Fitch: Διατηρεί στο BBB την Ελλάδα με σταθερή προοπτική

Fitch: Διατηρεί στο BBB την Ελλάδα με σταθερή προοπτική
LONDON- OCTOBER, 2018: Fitch Ratings exterior logo in Canary Wharf, one of the 'big three' credit ratings agencies. Photo: Shutterstock
Ο οίκος αξιολόγησης αναγνωρίζει την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα και την ανθεκτική ανάπτυξη, επισημαίνοντας παράλληλα τις εξωτερικές ανισορροπίες και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς.
  • Η Fitch επιβεβαίωσε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές.
  • Ο οίκος προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει στο 124,6% του ΑΕΠ το 2028, από 146,1% το 2025.
  • Ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα και ανθεκτική ανάπτυξη στηρίζουν την αξιολόγηση, ενώ οι εξωτερικές ανισορροπίες και οι διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν.

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch επιβεβαίωσε την Παρασκευή το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές. Όπως σημειώνει, η αξιολόγηση αντανακλά το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και την καλύτερη διακυβέρνηση της χώρας σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της βαθμίδας BBB. Τα πλεονεκτήματα αυτά εξισορροπούνται από το πολύ υψηλό, αν και ταχέως μειούμενο, δημόσιο χρέος, τις διαρκείς εξωτερικές ανισορροπίες και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη.

Ο Fitch επικαλείται επίσης ως δυνατά σημεία της Ελλάδας το αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής, που βασίζεται στη συμμετοχή της στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, καθώς και τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα, τη συνετή πολιτική και την ανθεκτική ανάπτυξη. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας και έχουν επιταχύνει τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την αξιολόγηση

Ο οίκος αναφέρει ειδικότερα τους εξής παράγοντες που καθόρισαν την αξιολόγησή του:

• Ταχεία μείωση του χρέους: Το εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος παραμένει βασικός περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση, ωστόσο η ταχεία αποκλιμάκωσή του ενισχύει τη βιωσιμότητα και στηρίζει τη βαθμίδα BBB.

«Το δημόσιο χρέος ανήλθε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπουμε περαιτέρω μείωσή του στο 124,6% το 2028, χάρη στα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, τη σταθερή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ επιτοκίων και ανάπτυξης και την ενεργή διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων.

Αν και εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πάνω από τον μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση BBB, που ανέρχεται στο 56,9% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις προβλέψεις μας η Ελλάδα δεν θα έχει πλέον τον υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη έως τα τέλη του 2026, καθώς θα έχει υποχωρήσει κάτω από το αντίστοιχο ποσοστό της Ιταλίας».

• Χαμηλοί κίνδυνοι χρηματοδότησης: Η δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους και το προφίλ ρευστότητας της Ελλάδας μετριάζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το υψηλό απόθεμα χρέους. Το ελληνικό Δημόσιο επωφελείται από τη μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, που φτάνει τα 19 έτη, το υψηλό ποσοστό δανείων με ευνοϊκούς όρους και σταθερό επιτόκιο, καθώς και από ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα, το οποίο προβλέπεται να ανέλθει σε περίπου 12% του ΑΕΠ το 2026.

Το έμμεσο επιτόκιο του χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, κάτω από την αναμενόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, που εκτιμάται σε περίπου 4%. «Τα χαρακτηριστικά αυτά μειώνουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης του χρέους, στηρίζουν την πρόσβαση στις αγορές και προσφέρουν ανθεκτικότητα έναντι της μεταβλητότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών».

• Σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα: Η αξιολόγηση της Ελλάδας υποστηρίζεται από εξαιρετικά ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα σε σύγκριση με τις χώρες αντίστοιχης αξιολόγησης.

«Προβλέπουμε πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης της τάξης του 0,6% του ΑΕΠ το 2026, έναντι προβλεπόμενου μέσου ελλείμματος 3,1% για τις χώρες με αξιολόγηση BBB, και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%. Η αύξηση των εσόδων συνεχίζει να υπερβαίνει την αύξηση των δαπανών, υποστηριζόμενη από ισχυρά φορολογικά έσοδα, κοινωνικές εισφορές και βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση».

• Συνετή πολιτική: Η δέσμευση της Ελλάδας για υγιή δημόσια οικονομικά έχει καταστεί πιο μόνιμο πλεονέκτημα για την αξιολόγηση.

«Τα αποτελέσματα μετά την πανδημία αποτελούν ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης, το οποίο υποστηρίζεται από ευρεία πολιτική και κοινωνική στήριξη μιας συντηρητικής πολιτικής. Αυτό ενισχύεται από θεσμικές άγκυρες, όπως ο εγχώριος δημοσιονομικός κανόνας του 2025, που απαιτεί πρωτογενές πλεόνασμα, και το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ.

Οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την αξιοπιστία της πολιτικής και την εμπιστοσύνη ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη. Θεωρούμε τη χαλαρότερη δημοσιονομική στάση για το 2027 ως μετριασμό των υπερβολικά καλών επιδόσεων και όχι ως ασθενέστερη δημοσιονομική πειθαρχία».

• Οι επενδύσεις στην αιχμή της ανάπτυξης: Οι μακροοικονομικές επιδόσεις παρέμειναν ανθεκτικές, παρά το ασθενέστερο εξωτερικό περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα.

«Προβλέπουμε ότι η ανάπτυξη θα κυμανθεί κατά μέσο όρο στο 2% την περίοδο 2026-2028, γεγονός που υποδηλώνει συνεχιζόμενη υπεραπόδοση σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η εγχώρια ζήτηση, ιδίως οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, αποτελεί τον κύριο μοχλό.

Τα έργα που σχετίζονται με το πρόγραμμα Next Generation EU, οι δημόσιες επενδύσεις και η επόμενη χρηματοδότηση από την ΕΕ αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν τον σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη. Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται κίνδυνοι επιβράδυνσης, κυρίως λόγω του εξωτερικού περιβάλλοντος και των εγχώριων κινδύνων εκτέλεσης, που συνδέονται με τον σημαντικό ρόλο των επενδύσεων στο βασικό μας σενάριο».

• Παραμένουν παλαιές διαρθρωτικές αδυναμίες: Η βελτίωση του αναπτυξιακού προφίλ της Ελλάδας αντισταθμίζεται από διαρθρωτικούς περιορισμούς που εξακολουθούν να υφίστανται.

«Η αύξηση των επενδύσεων συμβάλλει στην αναπλήρωση του κεφαλαιουχικού αποθέματος μετά από μια μακρά περίοδο υποεπένδυσης και στηρίζει τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση, αλλά η οικονομία εξακολουθεί να φέρει σημαντικά σημάδια από την κρίση χρέους. Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει αρκετά χαμηλότερο από το προ της κρίσης υψηλό επίπεδο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει χαμηλό σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η απόδοση της αγοράς εργασίας έχει βελτιωθεί σημαντικά, με την ανεργία να συνεχίζει να μειώνεται. Ωστόσο, η έλλειψη δεξιοτήτων και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια υποδηλώνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στην παραγωγική ικανότητα».

• Αδύναμο το εξωτερικό ισοζύγιο πληρωμών: Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη μετριάζει τους κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης, αλλά η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει βασικό σημείο αδυναμίας για την αξιολόγηση.

«Προβλέπουμε ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα ανέλθει στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026, με μόνο σταδιακή μείωση μεσοπρόθεσμα. Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα αντανακλούν τη διαρθρωτικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, ενώ οι επενδύσεις έντασης εισαγωγών είναι πιθανό να συνεχίσουν να ασκούν πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο.

Τα ισχυρά έσοδα από τον τουρισμό, οι εισροές που σχετίζονται με την ΕΕ και οι άμεσες ξένες επενδύσεις στηρίζουν τη χρηματοδότηση, αλλά είναι απίθανο να ενισχύσουν ουσιαστικά τους εξωτερικούς δείκτες». Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση εκθέτει επίσης την Ελλάδα σε διαταραχές στις τιμές των εισαγωγών, συμβάλλοντας σε πληθωρισμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το 2026.

• Ενισχυμένος ο τραπεζικός τομέας: «Οι κίνδυνοι που ενέχουν οι τράπεζες για το Δημόσιο παραμένουν, κατά την άποψή μας, υπό έλεγχο, καθώς ο τομέας είναι σημαντικά ισχυρότερος και πιο ανθεκτικός σε σχέση με το παρελθόν.

Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιοποίηση παραμένουν ικανοποιητικές, περιορίζοντας την πιθανότητα ανάγκης κρατικής στήριξης. Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επιδεινωθεί ελαφρά μόνο, λόγω της αναδιάρθρωσης παλαιών ανοιγμάτων λιανικής, ενώ οι τράπεζες συνεχίζουν να διατηρούν ισχυρή δυνατότητα χρηματοδότησης και πρόσβαση στην αγορά.

Τα μακροεποπτικά πλαίσια και τα μέτρα που αφορούν τους δανειολήπτες συμβάλλουν επίσης στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων. Παραμένουν διαρθρωτικές ευπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της συνεχιζόμενης σημαντικής εξάρτησης από τις πιστώσεις αναβαλλόμενου φόρου και της έκθεσης σε εξωτερικά σοκ ή ανατιμολογήσεις από την αγορά».

• ESG – Διακυβέρνηση: Η Ελλάδα κατατάσσεται στο 63,2% του δείκτη WBGI, γεγονός που αντανακλά το πρόσφατο ιστορικό ειρηνικών πολιτικών μεταβάσεων, ένα μέτριο επίπεδο δικαιωμάτων συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία, μέτρια θεσμική ικανότητα, εδραιωμένο κράτος δικαίου και μέτριο επίπεδο διαφθοράς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: