Αγορά κατοικίας: Η άνοδος των τιμών δοκιμάζει τα όρια των νοικοκυριών

Αγορά κατοικίας: Η άνοδος των τιμών δοκιμάζει τα όρια των νοικοκυριών
Magnifying glass focusing on a small house model for property search and real estate market analysis. Photo: Shutterstock
Οι δύο όψεις της ελληνικής αγοράς κατοικίας.

Η ανάκαμψη της ελληνικής αγοράς κατοικίας έχει δύο όψεις. Οι τιμές των διαμερισμάτων βρίσκονται περίπου 85% πάνω από το χαμηλό του 2017, σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, ενισχύοντας την αξία των ακινήτων που αποτελούν εξασφαλίσεις για τις τράπεζες. Για τα νοικοκυριά που αναζητούν σπίτι, όμως, κάθε νέα αύξηση απομακρύνει τον στόχο της αγοράς.

Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και το 2026. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο. Η αύξηση έφθασε το 6,2% στα νέα διαμερίσματα και το 5% στα παλαιότερα.

Η πίεση απλώνεται πέρα από Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Η γεωγραφική εικόνα δείχνει ότι η άνοδος δεν περιορίζεται στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Το δεύτερο τρίμηνο, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 5% στην Αθήνα και 4,7% στη Θεσσαλονίκη. Στις άλλες μεγάλες πόλεις η αύξηση ήταν 5,4%, ενώ στις λοιπές περιοχές της χώρας έφθασε το 7,1%. Τα ποσοστά αφορούν ετήσια μεταβολή των τιμών και δεν αποτυπώνουν το απόλυτο κόστος αγοράς σε κάθε περιοχή.

Η Morningstar DBRS συνδέει τη μακροχρόνια ανάκαμψη με την οικονομική βελτίωση, τις ξένες επενδύσεις και τους περιορισμούς στην προσφορά κατοικιών. Κατά τον οίκο, η άνοδος δεν τροφοδοτείται από υπερβολική επέκταση του δανεισμού των νοικοκυριών, όπως συνέβαινε πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά για την ανθεκτικότητα των τραπεζών. Δεν απαντά, ωστόσο, στο ερώτημα πόσο εύκολα μπορεί ένα νοικοκυριό να βρει και να πληρώσει κατοικία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι δείχνει η Eurostat για το κόστος στέγασης

Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριό του οποίου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 7,7%.

Ο δείκτης αυτός μετρά την επιβάρυνση από τη στέγαση συνολικά. Δεν δείχνει μόνο τη δυνατότητα αγοράς κατοικίας, ούτε αφορά αποκλειστικά τους ενοικιαστές. Αναδεικνύει, όμως, πόσο περιορισμένο περιθώριο αφήνουν οι στεγαστικές δαπάνες στον προϋπολογισμό πολλών ελληνικών νοικοκυριών.

Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η επιδείνωση της προσιτότητας δεν δημιουργεί σήμερα συστημική ευπάθεια για τον τραπεζικό κλάδο. Την αναγνωρίζει, ωστόσο, ως τον βασικό μεσοπρόθεσμο κίνδυνο της αγοράς κατοικίας. Η πρόκληση είναι πλέον διπλή: να διατηρηθεί η σταθερότητα που βλέπει ο οίκος στις τράπεζες, ενώ περισσότερα νοικοκυριά δυσκολεύονται να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν μια κατοικία που μπορούν να αντέξουν οικονομικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: