Άνιση και εύθραυστη η ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας από την πανδημία του κορωνοϊού

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το δεύτερο κύμα κορωνοϊού υπονομεύει τις προσπάθειες για επιστροφή στην κανονικότητα. Με κλονισμένη την εμπιστοσύνη επιχειρήσεων,  νοικοκυριών και επενδυτών και μειωμένα τα περιθώρια πρόσθετης στήριξης από τη νομισματική πολιτική, οι περισσότερες χώρες πρέπει να διανύσουν μακρύ δρόμο προτού επιστρέψουν οι οικονομίες τους στα προ της πανδημίας επίπεδα.

Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από τη λαίλαπα της πανδημίας παραμένει εύθραυστη και άνιση τόσο μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών όσο και ανάμεσα στον ανεπτυγμένο και τον αναδυόμενο κόσμο. Η εικόνα προκύπτει από σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Brookings που δίνεται στη δημοσιότητα ενόψει της ετήσιας συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας που φέτος θα διεξαχθεί μέσω τηλεδιάσκεψης. Το θέμα της άνισης αλλά και αβέβαιης ακόμη ανάκαμψης αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων. Έχει, άλλωστε, προηγηθεί την περασμένη εβδομάδα προειδοποίηση της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, επικεφαλής του ΔΝΤ, ότι η ανάκαμψη από τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας θα είναι μια διαδικασία «μακρά, ανισομερής και αβέβαιη, αλλά και επιρρεπής σε παλινδρομήσεις».

Επιστροφή

Η μελέτη του Ινστιτούτου Brookings υπογραμμίζει πως το δεύτερο κύμα κορωνοϊού υπονομεύει τις προσπάθειες για επιστροφή στην κανονικότητα. Με κλονισμένη την εμπιστοσύνη επιχειρήσεων,  νοικοκυριών και επενδυτών και μειωμένα τα περιθώρια πρόσθετης στήριξης από τη νομισματική πολιτική, οι περισσότερες χώρες πρέπει να διανύσουν μακρύ δρόμο προτού επιστρέψουν οι οικονομίες τους στα προ της πανδημίας επίπεδα.

Σχολιάζοντας τα πορίσματα της έρευνας, ο Εσουάρ Πρασάντ, καθηγητής και στέλεχος του Ινστιτούτου Brookings, υπογραμμίζει πως «δεν φαίνεται ακόμη στον ορίζοντα ευρεία και στιβαρή ανάκαμψη». Προσθέτει, μάλιστα, πως αυξάνεται ο κίνδυνος να υποστούν οι οικονομίες ουσιαστικές και μακροπρόθεσμες βλάβες. Τονίζει, επίσης, ότι τα οικονομικά μεγέθη όλων των οικονομιών του κόσμου είναι χαμηλότερα από το χειρότερο επίπεδο στο οποίο έχουν υποχωρήσει από το 2012, οπότε άρχισε να τα παρακολουθεί και να τα καταγράφει ο δείκτης Brookings-FT. Ο εν λόγω δείκτης συγκρίνει δείκτες πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, χρηματιστηριακούς και δείκτες εμπιστοσύνης με τον ιστορικό μέσο όρο των μεγεθών τους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο δείκτης καταδεικνύει μειωμένη εμπιστοσύνη του ιδιωτικού τομέα που κάθε άλλο παρά ενθαρρύνει τις επενδύσεις και τις προσλήψεις. Εν ολίγοις ο κλάδος της μεταποίησης έχει ανακάμψει σημαντικά δίνοντας ώθηση στο διεθνές εμπόριο, ενώ οι δαπάνες των νοικοκυριών παραμένουν σε υψηλά επίπεδα χάρη στα κυβερνητικά προγράμματα επιδότησης των μισθών. Την ίδια στιγμή, όμως, η εμπιστοσύνη των επενδυτών παραμένει σε χαμηλά επίπεδα υπονομεύοντας την ανάκαμψη.

Όπως τόνισε ο καθηγητής Εσουάρ Πασάντ, η ανάκαμψη είναι αναιμική αλλά ο κόσμος έχει αποφύγει τα χειρότερα δεινά χάρη στη δημοσιονομική πολιτική. Παράλληλα, όμως, ο ίδιος προειδοποιεί πως οι κεντρικές τράπεζες κινδυνεύουν να εμπλακούν πάλι όλο και εντονότερα και βαθύτερα με τις κυβερνήσεις μέσω των προγραμμάτων εκτεταμένων αγορών κρατικών και εταιρικών ομολόγων. Όπως επισημαίνει στην περίπτωση αυτή «θα καταστούν ευάλωτες σε πολιτικές πιέσεις και θα απειληθεί η ανεξαρτησία τους στο μέλλον».

Όπως προκύπτει από τη μελέτη του Ινστιτούτου Brookings, η αμερικανική οικονομία αντιμετώπισε την πανδημία καλύτερα από τις ευρωπαϊκές χώρες με την ανεργία της υπερδύναμης να υποχωρεί το καλοκαίρι. Η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας επιβραδύνεται, πάντως, τους τελευταίους δύο μήνες εξαιτίας κυρίως των διαφωνιών ανάμεσα στα δύο κόμματα του Κογκρέσου σχετικά με τη νέα στήριξη στην οικονομία, στα νοικοκυριά και στους ανέργους.

Αποπληθωρισμός

Η Ευρωζώνη, διατρέχει τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, καθώς ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των τιμών είναι σε αρνητικό έδαφος.

Η ανάκαμψή της είναι αποσπασματική και εξηρτημένη από το πόσο επιτυχής είναι η αντιμετώπιση της πανδημίας σε κάθε χώρα. Εν ολίγοις, η Γερμανία είναι σαφώς σε καλύτερη θέση από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Την ίδια στιγμή η Κίνα, από την οποία άρχισε η πανδημία, παρουσιάζει την ισχυρότερη ανάκαμψη, καθώς η οικονομική δραστηριότητα έχει επανέλθει σχεδόν πλήρως στα προ της πανδημίας επίπεδα. Η ανάπτυξή της θα είναι πάντως η χαμηλότερη των τελευταίων 40 ετών. Σε δεινή θέση βρίσκονται, όμως, οι αναδυόμενες οικονομίες που αναμένεται να απευθύνουν έκκληση στους πιστωτές και περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους τους.

Όπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, επ’ ευκαιρία της ετήσιας συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι κυβερνήσεις των φτωχότερων και υπερχρεωμένων χωρών πρέπει να διαλέξουν φέτος αν θα αποπληρώσουν το χρέος τους ή θα αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας. Προτίθενται να ζητήσουν μεγαλύτερη στήριξη από ξένες κυβερνήσεις και πολυμερείς πιστωτές. Όπως τονίζει η βρετανική εφημερίδα, η στήριξη που έχει δοθεί έως τώρα στις κυβερνήσεις των υπερχρεωμένων και φτωχών χωρών δεν επαρκεί.

Η σημαντικότερη στήριξη που έχει παραχωρηθεί μέχρι τώρα σε αυτές τις χώρες ήταν η συμφωνία του G20 να επιτραπεί σε 73 από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου να αναβάλουν τις πληρωμές του χρέους τους για τρία χρόνια. Μέχρι στιγμής, έχουν υποβάλει το σχετικό αίτημα 43 χώρες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, θα αναβληθούν πληρωμές ύψους περίπου 5,3 δισ. δολαρίων. Μέσα στην εβδομάδα αναμένεται, πάντως, να ανακοινώσει το G20 ότι παρατείνει το «πάγωμα» στην αποπληρωμή του χρέους αυτών των χωρών.