Αποκλειστικό: Το «όχι» Ντράγκι και Ευρωπαίων στην «καθαρή έξοδο»

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τι ζήτησαν οι Δραγασάκης και Τσακαλώτος από την ΕΚΤ στο περιθώριο του Eurogroup και ποια απάντηση έλαβαν.

 

Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση καλλιέργησε όλους τους προηγούμενους μήνες την προσδοκία της «καθαρής εξόδου» από τα Μνημόνια, την οποία διάνθισε με αρκετές κορώνες περί ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας, η πραγματικότητα έρχεται να προσγειώσει τις φιλοδοξίες.

Και, επειδή η οικονομία είναι ρεαλισμός και όχι μαγεία, ήδη ο Πρωθυπουργός έκανε την αρχή. Το αφήγημα της «καθαρής εξόδου» αντικαταστάθηκε από ένα νέο όρο την «αυτοδύναμη» έξοδο, χωρίς κανείς όμως να προσδιορίζει τι σημαίνει ο όρος. Πίσω από το «θολό» τοπίο της «αυτοδύναμης» (και όχι καθαρής) πλέον εξόδου, κρύβεται η ξεκάθαρη προειδοποίηση του συνόλου των Ευρωπαίων παραγόντων ότι η πορεία της Ελλάδας στις αγορές πρέπει να διαθέτει το απαραίτητο «σωσίβιο», ανεξάρτητα από το εάν αυτό θα ονομαστεί «προληπτική γραμμή», «υβριδικό πρόγραμμα» ή όπως αλλιώς.

Το ίδιο έργο εκτυλίχθηκε και τη Δευτέρα στο περιθώριο της συνεδρίασης του Eurogroup. Εκεί, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης, μαζί με το οικονομικό επιτελείο (Τσακαλώτος, Χουλιαράκης) επιχείρησαν κάτι που στους κόλπους της ΕΚΤ θεωρείται αδιανόητο. Να πείσουν τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι να παραβεί το καταστατικό της ΕΚΤ και να συνεχίσει να δέχεται τα χαμηλής αξιολόγησης ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου (αξιολογούνται ακόμη στην κατηγορία «σκουπίδια») παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν θα είναι ενταγμένη σε κάποιο πρόγραμμα. Η απάντηση, φυσικά ήταν αρνητική, καθώς κανείς δεν μπορεί να παραβεί το καταστατικό της κεντρικής τράπεζας.

Ωστόσο, η κυβέρνηση συνειδητοποιεί πλέον ότι το αφήγημα της καθαρής εξόδου μπορεί να πλήξει τη ρευστότητα των τραπεζών και, φυσικά, της πραγματικής οικονομίας. Η Ελλάδα χρειάζεται πέντε αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας για να μπορούν τα ελληνικά ομόλογα να γίνουν αποδεκτά από την ΕΚΤ ως εγγυήσεις για τη φθηνή χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών. Σήμερα, η ΕΚΤ αποδέχεται τα ομόλογα αυτά κατ’ εξαίρεση επειδή η Ελλάδα βρίσκεται σε πρόγραμμα στήριξης, το αποκαλούμενο waiver. Εφόσον δεν υπάρχει πρόγραμμα, δεν μπορεί να υπάρξει και αποδοχή των ομολόγων. Κατά συνέπεια, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να αντλήσουν ακριβότερη ρευστότητα από τον έκτακτο μηχανισμό της Τραπέζης της Ελλάδος (ELA), ότι δηλαδή έγινε και το 2015, που η Ελλάδα βρέθηκε για ένα εξάμηνο εκτός προγράμματος.

Κάτι τέτοιο δεν το θέλει κανείς στην Ευρώπη, ούτε φυσικά η κυβέρνηση. Ωστόσο, για να ξεπεραστεί το εμπόδιο, θα πρέπει να βρεθεί η λύση ενός, έστω προληπτικού προγράμματος. Είναι η θέση, που έχει διατυπώσει ο Διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας και για  την οποία δέχθηκε την επίθεση της κυβέρνησης.

Ευρωπαϊκές πηγές επικαλούνται και έναν ακόμη λόγο, τον οποίο επισημαίνουν στην κυβέρνηση, υποστηρίζοντας το επιχείρημα μιας μεταμνημονιακής «ομπρέλας». Είναι η μεταβλητότητα των αγορών, που μπορεί σήμερα να δείχνουν φιλικές προς τα ελληνικά ομόλογα, ωστόσο, σε μία αλλαγή των διεθνών ή των ευρωπαϊκών οικονομικών συνθηκών, μπορεί να να γυρίσουν την πλάτη τους στους ελληνικούς τίτλους και να γυρίσουν εντελώς το κλίμα. Άλλωστε, το μήνυμα το εξέφρασε με τον πιο επίσημο τρόπο ο επικεφαλής του Eurogroup, Μάριο Σεντένο, τονίζοντας πως η Ελλάδα θα είναι εκείνη που θα αποφασίσει εάν θα ζητήσει την πιστοληπτική γραμμή.