BugSense: Από το ΤΕΙ Πειραιά στο Σαν Φρανσίσκο και την Splunk

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης μιλά στο FortuneGreece.com για την πορεία της startup που στηρίζει τις λειτουργικές πλατφόρμες τεχνολογικών «μεγαθηρίων».

Ο όρος startup αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας και ίσως η μόνη διέξοδος για τους νέους επιστήμονες που θέλουν να κάνουν το επιχειρηματικό τους ντεμπούτο σε μια αγορά, το μέγεθος της οποίας δεν αφήνει και πολλά περιθώρια διείσδυσης. Φιλοδοξία και απώτερος στόχος των startuppers είναι η ανάπτυξη της εταιρείας τους στο εξωτερικό, αφού έχουν πρώτα εξασφαλίσει το αρχικό κεφάλαιο χρηματοδότησης. Πριν από τρία χρόνια δύο νέοι ιδρύουν την BugSense στην Ελλάδα. Η αγορά υποδέχεται με θέρμη την καινοτόμα ιδέα, η οποία πριν από λίγο καιρό εξαγοράστηκε από τον διεθνή τεχνολογικό κολοσσό Splunk και αποδεικνύει ότι τα ελληνικά μυαλά λειτουργούν εξίσου μεθοδικά κάτω από πίεση.

Τόσο για τον Γιάννη Βλαχογιάννη όσο και για τον Πάνο Παπαδόπουλο η διεθνής αναγνώριση αποτελεί δικαίωση για το οικοδόμημα πάνω στο οποίο σήμερα πατούν εταιρείες όπως οι Skype, Samsung, VMware, Airpush, Trulia, Soundcloud.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Το 2011 κάνει την εμφάνισή του, με τη δημιουργία της BugSense, ένα ολοκληρωμένο εργαλείο που συλλέγει και αναλύει τις αναφορές σφαλμάτων σε πραγματικό χρόνο κατά τη διάρκεια κατασκευής μιας εφαρμογής για κινητά τηλέφωνα. Άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι οι προγραμματιστές, οι οποίοι ανακαλύπτουν έναν νέο τρόπο για να κάνουν πιο γρήγορα και αποτελεσματικά τη δουλειά τους.

Με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, αλλά και γραφεία στην Αθήνα, ο Γιάννης και ο Πάνος υποστηρίζουν μέσω του καινοτόμου προϊόντος τις πλατφόρμες Android, iOS, HTML5, WP και Windows Phone 8, ενώ προσφέρουν παράλληλα και analytics για το πως οι χρήστες χρησιμοποιούν το κινητό τους τηλέφωνο. Το εγχείρημα των Ελλήνων επιχειρηματιών εξήρε και η πλατφόρμα του Google, η οποία μέσω του blog Google App Engine έκανε εκτενή αναφορά στη BugSense, παρουσιάζοντας το εν λόγω μοντέλο επιχειρηματικότητας ως παράδειγμα επιτυχημένης εφαρμογής και πλέον, πάνω από 8.000 προγραμματιστές από όλο τον κόσμο έχουν καταχωρηθεί στο πελατολόγιό του.

Διαβάστε ακόμη: Η πλατφόρμα της ανταλλαγής

Η Splunk, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της επιχειρησιακής ευφυΐας, μέσω της εξαγοράς της BugSense απέκτησε ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της. Η εξαγορά χρηματοδοτήθηκε με μετρητά από τον προϋπολογισμό του πολυεθνικού κολοσσού έχει λάβει την έγκριση των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών και πλέον το ελληνικό startup έχει περάσει υπό τη διαχείριση της. Tο ποσό της εξαγοράς δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό, αλλά υπολογίζεται σε περισσότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ.

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης μίλησε στο FortuneGreece.com και όπως μας είπε, πλέον εννιά από τα 13 άτομα που απαρτίζουν την ομάδα της BugSense μεταφέρονται μόνιμα στο Σαν Φρανσίσκο και οι υπόλοιποι τέσσερις θα κινούν τα νήματα από το Λονδίνο.

«Αν δεν ματώσεις, δεν έχεις περάσει καλά. Στα δύσκολα γίνεται κανείς δυνατός, αλλιώς ό,τι και να κάνει είναι βαρετό». Αυτή είναι η φιλοσοφία του Γιάννη, ο οποίος είδε ένα όνειρο να γίνεται πραγματικότητα. Περήφανος για την ομάδα του, αντιπαραβάλλει το Στάνφορντ των ΗΠΑ με το ΤΕΙ Πειραιά των Αθηνών από το οποίο αποφοίτησαν τα περισσότερα μέλη της ομάδας με την ειδικότητα του μηχανικού, υπογραμμίζοντας πως το επίπεδο σπουδών στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα υψηλό παρά τις περικοπές που γίνονται στον τομέα της Παιδείας.

Το project άρχισε να «τρέχει» από την αρχή της ίδρυσης της εταιρείας. Δεν υπήρξε χρόνος προετοιμασίας, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Γιάννη και τον Πάνο να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Στην αγορά βγήκαν αρχικά με το brand name Sfalma, θέλοντας να δείξουν πως είναι οι ειδικοί που θα επιδιορθώσουν οποιοδήποτε σφάλμα γίνει από μέρους των προγραμματιστών. Το όνομα, όμως, δεν ήταν εύκολο κατά την εκφορά του από τους ξένους και έτσι άλλαξε σε BugSense.

Όσο για την Splunk και την παρουσία της στη διεθνή επιχειρηματική σκηνή, αρκεί να αναφερθεί πως είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης στον τεχνολογικό δείκτη NASDAQ, με χρηματιστηριακή αξία που αποτιμάται στα 6,15 δισεκατομμυρία δολάρια. Ιδρυθείσα το 2003 στις ΗΠΑ από τους Μάικλ Μπάουμ, Έρικ Σουάν και Ρομπ Ντας, απασχολεί περί τους 850 εργαζόμενους σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Αφρική και Ασία και έχει πάνω από 6.000 πελάτες σε 90 χώρες. Ανάμεσά τους βρίσκονται και πάνω από τις μισές εταιρείες του δείκτη Fortune 100.

Διαβάστε ακόμη: BugSense: Η ελληνική startup που εξαγόρασε η Splunk Inc.