DBRS: Γιατί αυξήθηκαν οι αποδόσεις στα ευρωπαϊκά ομόλογα – Ποιες χώρες θα πιεστούν περισσότερο

DBRS: Γιατί αυξήθηκαν οι αποδόσεις στα ευρωπαϊκά ομόλογα – Ποιες χώρες θα πιεστούν περισσότερο
Toronto, Canada - May 6, 2019: DBRS sign on the headquarters building in Toronto, Canada. DBRS is an independent, privately held, globally recognized credit ratings agency. Photo: Shutterstock
Τι πυροδότησε την αλματώδη άνοδο στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων τον Σεπτέμβριο και τι σημαίνει για την Ελλάδα και τις αξιολογήσεις των οίκων. 

Έντονο προβληματισμό προκάλεσε στις διεθνείς αγορές το sell-off που εκδηλώθηκε στα ομόλογα της Ευρωζώνης τον Σεπτέμβριο του 2026.

Ωστόσο, σύμφωνα με νέα έκθεση του οίκου αξιολόγησης Morningstar DBRS, η ανατιμολόγηση του χρέους αντανακλά περισσότερο τη δυναμική της αγοράς και τις παγκόσμιες τάσεις, παρά μια γενικευμένη επιδείνωση των θεμελιωδών οικονομικών μεγεθών των κρατών-μελών.

Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 2026, οι αποδόσεις των δεκαετών κρατικών ομολόγων κατέγραψαν ταχεία άνοδο σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. 

Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund αυξήθηκε κατά 22 μονάδες βάσης από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 1η Οκτωβρίου, φτάνοντας στο 3,56%. 

Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση σημείωσε το γαλλικό ομόλογο OAT με άνοδο άνω των 70 μονάδων βάσης στο 4,92%. Στην Ελλάδα, την Ιταλία και το Βέλγιο παρατηρήθηκαν αυξήσεις αποδόσεων γύρω στις 55 μονάδες βάσης, ενώ στην Ισπανία και την Πορτογαλία η άνοδος κυμάνθηκε κοντά στις 35 μονάδες βάσης. Παρότι σημειώθηκε μια μικρή υποχώρηση τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου, το ευρύ φάσμα των πιέσεων επιβεβαιώνει ότι οι εξελίξεις δεν οφείλονται αποκλειστικά σε εγχώριους παράγοντες κάθε χώρας.

Οι τρεις δυνάμεις που οδηγούν τις αποδόσεις

Σύμφωνα με τους αναλυτές Jason Graffam και Elisabeth Rudman της Morningstar DBRS, η ανατιμολόγηση των ευρωπαϊκών τίτλων τροφοδοτείται από τρεις κεντρικούς πυλώνες.

Ο πρώτος πυλώνας αφορά τις παγκόσμιες πιέσεις και την επιρροή των ΗΠΑ. Τα εκτιμώμενα πραγματικά ουδέτερα επιτόκια βρίσκονται πλέον σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της ανθεκτικής οικονομικής δραστηριότητας και των συνεχών ενεργειακών σοκ που υποχρέωσαν τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν αυστηρή νομισματική πολιτική. 

Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα στις τιμές της ενέργειας αυξάνουν το term premium, δηλαδή την πρόσθετη απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές για τη διακράτηση μακροπρόθεσμων τίτλων. Σε αυτά προστίθεται και ο έντονος ανταγωνισμός προσφοράς, καθώς εκτός από τα κρατικά χρέη, η αγορά εταιρικών ομολόγων κατακλύζεται από νέες εκδόσεις για τη χρηματοδότηση υποδομών και έργων Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτές οι δυνάμεις αποτυπώνονται έντονα στο αμερικανικό 10ετές ομόλογο, το οποίο σημείωσε άνοδο 44 μονάδων βάσης φτάνοντας στο 5,23% στα τέλη Σεπτεμβρίου, παρασύροντας αναπόφευκτα και τις ευρωπαϊκές αποδόσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο δεύτερος πυλώνας συνδέεται με τη δημοσιονομική αυστηρότητα και τους πολιτικούς κινδύνους. Οι αγορές εστιάζουν πλέον με μεγαλύτερη αυστηρότητα στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις, με τη διεύρυνση των spreads έναντι των γερμανικών Bunds να είναι εντονότερη σε χώρες με υψηλότερα επίπεδα χρέους και πολιτική αβεβαιότητα. Η Γαλλία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, καθώς το spread υπερδιπλασιάστηκε αγγίζοντας τις 150 μονάδες βάσης λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος και του κατακερματισμένου πολιτικού σκηνικού ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Αυξημένες πιέσεις αντιμετωπίζουν επίσης η Ελλάδα, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ισπανία και η Πορτογαλία εξαιτίας των αυξημένων δαπανών για την άμυνα, τη γήρανση του πληθυσμού και την εξυπηρέτηση του χρέους, αν και οι χώρες με ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές και πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική θα επηρεαστούν λιγότερο μακροπρόθεσμα.

Ο τρίτος πυλώνας αφορά τη δομική αλλαγή στην επενδυτική βάση λόγω της σταδιακής απόσυρσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με την εφαρμογή της ποσοτικής σύσφιξης (Quantitative Tightening), ο ισολογισμός της ΕΚΤ υποχώρησε από τα σχεδόν 9 τρισεκατομμύρια ευρώ το 2022 σε επίπεδα κοντά στα 6 τρισεκατομμύρια ευρώ. Η υποχώρηση της ΕΚΤ αφήνει την αγορά εκτεθειμένη σε ιδιώτες επενδυτές, όπως τα Hedge Funds και τα επενδυτικά κεφάλαια, οι οποίοι είναι πολύ πιο ευαίσθητοι στις διακυμάνσεις των τιμών και στους πολιτικούς κινδύνους. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα Hedge Funds αντιπροσωπεύουν πλέον περισσότερο από το 50% του όγκου συναλλαγών στην ευρωπαϊκή αγορά κρατικών ομολόγων, γεγονός που ενισχύει τη μεταβλητότητα όταν προσαρμόζουν γρήγορα τις θέσεις τους.

Καμία ένδειξη κρίσης χρηματοδότησης 

Η Morningstar DBRS υπογραμμίζει ότι η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων δεν συνιστά ένδειξη δυσλειτουργίας της αγοράς ή κρίσης χρηματοδότησης. Όλοι οι μεγάλοι ευρωπαίοι εκδότες προχώρησαν με επιτυχία σε μεγάλες εκδόσεις μακροπρόθεσμου χρέους τον Σεπτέμβριο, με τη ζήτηση από την πλευρά των επενδυτών να υπερβαίνει σημαντικά την προσφορά.

Όσον αφορά τις αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, οι βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς και οι παροδικές αυξήσεις των αποδόσεων δεν οδηγούν άμεσα σε υποβαθμίσεις. Οι πιέσεις στους οίκους αξιολόγησης θα καταστούν ουσιαστικές μόνο στην περίπτωση που διατηρηθεί σε βάθος χρόνου ένα υψηλό κόστος δανεισμού, το οποίο θα επιδεινώσει ουσιωδώς τη μακροπρόθεσμη δυναμική του δημοσιονομικού χρέους των κρατών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: