Deal ΜΙG-CVC: Πάνω από 600 εκατ. ευρώ η αξία της Vivartia, τι προβλέπει η συμφωνία «μαμούθ»

Πιο ενισχυμένη στην μετά Covid-19 εποχή η κορυφαία βιομηχανία τροφίμων.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά deals των τελευταίων ετών – και μάλιστα σε καιρό πανδημίας – αυτό της μεταβίβασης της Vivartia στην CVC ανακοίνωσε και επισήμως η MIG μετά τις καταληκτικές διαπραγματεύσεις που ώθησαν την αποτίμηση της Vivartia πάνω από τα 600 εκατ. ευρώ.

Οι πληροφορίες ήδη από χθες το ήθελαν την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της MIG, που ελέγχει το 92% της Vivartia, να είναι ομόφωνη, γεγονός που ενισχύει την εμπιστοσύνη των χιλιάδων εργαζομένων του ομίλου, αλλά και της αγοράς στις προοπτικές που ανοίγει στην κορυφαία ελληνική βιομηχανία τροφίμων η συμφωνία.

Το Σύμφωνο Αγοράς Μετοχών (SPA) με το Fund CVC προβλέπει 175 εκατ. ευρώ τίμημα ενώ το deal περιλαμβάνει κάλυψη από την πλευρά του ξένου επενδυτή δανειακών υποχρεώσεων της Vivartia συνολικού ύψους 424,2 εκατ. ευρώ (στοιχεία 31.12.2019) σε συνεννόηση με την Τράπεζα Πειραιώς, που είναι περισσότερο εκτεθημένη στα δάνεια, για ευνοϊκούς όρους πληρωμής.

Η συμφωνία, που τελεί υπό την έγκριση των αρμοδίων αρχών και θα πρέπει να λάβει πράσινο φως και από την γενική συνέλευση των μετόχων της MIG, προβλέπει τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της τελευταίας στην Vivartia.

Σημειώνεται ότι η CVC Capital Partners, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης ιδιωτικών κεφαλαίων (private equity) στον κόσμο, ενισχύει με αυτό τον τρόπο περαιτέρω τη θέση της στην Ελλάδα έχοντας επενδύσει κυρίως στον τομέα της υγείας και του τουρισμού με επενδύσεις που περιλαμβάνουν από το Metropolitan μέχρι τις μαρίνες Φλοίσβου, Ζέας, Λευκάδας και Γουβιών Κέρκυρας. Πρίν από λίγους μήνες απέκτησε στρατηγική συμμετοχή στο marketplace Skroutz ενώ είναι σε διαπραγματεύσεις με την Εθνική Τράπεζα στο πλαίσιο της αποεπένδυσής της από την Εθνική Ασφαλιστική.

Από την πλευρά της η Vivartia, με πωλήσεις 630 εκατ. ευρώ και EBITDA 69 εκατ. ευρώ το 2019 στηρίζει πάνω από 5.500 εργαζόμενους, με θυγατρικές εταιρείες όπως ΔΕΛΤΑ, Goody’s, Everest, Μπάρμπα Στάθης, Olympic Catering, Ελληνική Ζύμη και Άλεσις. Η πανδημία έχει επιδράσει καταλυτικά στις οικονομικές επιδόσεις του ομίλου και κυρίως στον τομέα της εστίασης αναμένοντας απώλειες σε επίπεδο εσόδων και EBITDA. Ως αποτέλεσμα η παραπάνω συμφωνία αλλάζει τα δεδομένα δίνοντας προοπτική για αλλαγή σελίδας στον όμιλο.

H ανακοίνωση της MIG

Η MIG ενημερώνει το επενδυτικό κοινό ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο σε έκτακτη συνεδρίασή του 30/11/2020 αξιολόγησε την δεσμευτική προσφορά των επενδυτικών κεφαλαίων της CVC Capital Partners για την πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στη VIVARTIA. Αφού έλαβε υπόψιν την θετική εισήγηση του χρηματοοικονομικού συμβούλου N.M. Rothschild & Sons Limited και επιπροσθέτως την έκθεση της Ernst & Young Business Advisory Solutions S.A. για το δίκαιο και εύλογο του προσφερθέντος τιμήματος, και συζήτησε αναλυτικά τους όρους της συμφωνίας και τα λοιπά δεδομένα, αποφάσισε ομόφωνα να κάνει αποδεκτή την προσφορά της CVC και να προχωρήσει άμεσα στην υπογραφή της δεσμευτικής σύμβασης αγοραπωλησίας των μετοχών της VIVARTIA.

Υπενθυμίζεται ότι το προσφερθέν τίμημα για το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της VIVARTIA ανέρχεται στο ποσό των 175.000.000 ευρώ, από το οποίο το τίμημα που αναλογεί στο ποσοστό 92,08% του μετοχικού κεφαλαίου της VIVARTIA κυριότητος της MIG ανέρχεται στο ποσό των 161.135.640,74 ευρώ και θα καταβληθεί ολοσχερώς κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Η αγοράστρια αναλαμβάνει το σύνολο του δανεισμού της VIVARTIA, ο οποίος ανέρχεται σήμερα σε 425 εκατ. περίπου ανεβάζοντας τη συνολική αποτίμηση της εταιρείας άνω των 600 εκατ. ευρώ.

Η συναλλαγή τελεί υπό την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της MIG και την έγκριση των αρμόδιων αρχών ανταγωνισμού. Η MIG ανακοινώνει, περαιτέρω, την επίτευξη κατ’ αρχήν συμφωνίας με την δανείστρια της ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, υπό την αίρεση τελικών εγκρίσεων των αρμόδιων επιτροπών της Τράπεζας, για την παράταση του χρόνου αποπληρωμής του υπολειπόμενου δανεισμού της κατά 3 έτη, με δικαίωμα επέκτασης για 1 επιπλέον έτος, με μειωμένο επιτόκιο ανερχόμενο σε 3% (από το οποίο 1% θα καταβάλλεται μετρητοίς και το υπόλοιπο θα κεφαλαιοποιείται).