Deutsche Bank: «Κάτι πρέπει να σπάσει» στις αγορές – Η παγίδα των επιτοκίων
- 08/09/2026, 13:45
- SHARE
- Οι αγορές προεξοφλούν μόλις δύο αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed έως τα τέλη Ιουλίου του 2027.
- Ο δείκτης τιμών εισροών στις αμερικανικές υπηρεσίες ανέβηκε στο 72,6, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2022.
- Η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι είτε ο πληθωρισμός πρέπει να υποχωρήσει είτε οι αγορές θα αναγκαστούν να ενσωματώσουν έναν πιο επιθετικό κύκλο αυξήσεων.
Κάπου υπάρχει λάθος στις προσδοκίες των αγορών: είτε οι πληθωριστικές πιέσεις θα αποκλιμακωθούν πολύ πιο γρήγορα από όσο δείχνουν σήμερα τα στοιχεία είτε οι κεντρικές τράπεζες θα χρειαστεί να αυξήσουν τα επιτόκια περισσότερο από όσο υπολογίζουν οι επενδυτές.
Αυτή είναι η βασική προειδοποίηση του στρατηγικού αναλυτή της Deutsche Bank, Χένρι Άλεν, ο οποίος εντοπίζει μια «θεμελιώδη αναντιστοιχία» ανάμεσα στην επίμονη άνοδο του κόστους και στον σχετικά ήπιο κύκλο νομισματικής σύσφιγξης που έχουν τιμολογήσει οι αγορές.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει υψηλός, Fed και ΕΚΤ θα δεχθούν μεγαλύτερη πίεση για νέες αυξήσεις επιτοκίων. Και εάν οι κεντρικές τράπεζες κινηθούν πιο επιθετικά, οι σημερινές υψηλές αποτιμήσεις σε αρκετές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων θα χρειαστεί να προσαρμοστούν.
Το προειδοποιητικό σήμα από τις αμερικανικές υπηρεσίες
Η βασική ένδειξη που επικαλείται ο Άλεν προέρχεται από τον δείκτη ISM για τον τομέα υπηρεσιών των ΗΠΑ.
Τον Αύγουστο, ο επιμέρους δείκτης που καταγράφει τις τιμές που πληρώνουν οι επιχειρήσεις για πρώτες ύλες και άλλες εισροές αυξήθηκε στο 72,6, από 70,3 τον Ιούλιο. Πρόκειται για την υψηλότερη μέτρηση από τον Αύγουστο του 2022, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ παρέμενε κοντά στο 5%.
Μια ένδειξη πάνω από τις 50 μονάδες σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται. Όταν ο δείκτης βρίσκεται πάνω από τις 70 μονάδες, δείχνει ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν εκτεταμένες και έντονες ανατιμήσεις στις εισροές τους.
Ο δείκτης ξεπέρασε το όριο των 70 μονάδων για πέμπτη φορά μέσα στους τελευταίους έξι μήνες. Μεταξύ των προϊόντων που αναφέρθηκαν ως ακριβότερα περιλαμβάνονται το πετρέλαιο, το ντίζελ και η βενζίνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πληθωρισμός καταναλωτή θα επιστρέψει αυτομάτως στο 5%. Δείχνει, όμως, ότι το κόστος εξακολουθεί να συσσωρεύεται στο εσωτερικό της οικονομίας και μπορεί σταδιακά να περάσει στις τελικές τιμές.
Ενέργεια, τρόφιμα και μέταλλα πιέζουν ξανά τις τιμές
Οι πληθωριστικοί κίνδυνοι δεν περιορίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί καθώς παρατείνεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και παραμένουν οι διαταραχές στις ενεργειακές μεταφορές. Παράλληλα, οι τιμές αρκετών τροφίμων και μετάλλων κινούνται ανοδικά, καθώς οι εφοδιαστικές αλυσίδες δέχονται νέες πιέσεις και οι αγροτικές καλλιέργειες επηρεάζονται από ακραία καιρικά φαινόμενα.
Στην Ευρώπη, ο πληθωρισμός της ευρωζώνης αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έφτασαν σε υψηλό τριετίας. Η οικονομία της ευρωζώνης αποδείχθηκε ταυτόχρονα πιο ανθεκτική από τις αρχικές εκτιμήσεις, περιορίζοντας το επιχείρημα ότι η ΕΚΤ πρέπει να αποφύγει νέες αυξήσεις για να προστατεύσει την ανάπτυξη.
Το στοίχημα των αγορών για τη Fed
Παρά τα παραπάνω στοιχεία, οι αγορές swaps προεξοφλούν μόλις δύο αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed έως το τέλος Ιουλίου του 2027.
Η τιμολόγηση αυτή υποδηλώνει ότι οι επενδυτές περιμένουν έναν σύντομο και σχετικά ήπιο κύκλο σύσφιγξης. Ο Χένρι Άλεν θεωρεί ότι αυτή η προσδοκία δεν συμβαδίζει με τον τρόπο με τον οποίο έχει αντιδράσει ιστορικά η αμερικανική κεντρική τράπεζα όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με επίμονο πληθωρισμό.
Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουορς, έχει προειδοποιήσει ότι ο πληθωρισμός δεν παρουσιάζει ακόμη ουσιαστική επιβράδυνση. Η αγορά εργασίας παραμένει παράλληλα σχετικά σταθερή, αφαιρώντας από τη Fed έναν βασικό λόγο για να καθυστερήσει τη σύσφιγξη της πολιτικής της.
Σύμφωνα με τον Άλεν, οι επενδυτές υποτίμησαν το πόσο επιθετικά θα κινηθούν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στα τέσσερα από τα πέντε προηγούμενα χρόνια. Με άλλα λόγια, η αγορά έχει ιστορικό να θεωρεί ότι οι αυξήσεις τελειώνουν νωρίτερα — και στη συνέχεια να αναγκάζεται να αναθεωρήσει.
Γιατί ανησυχεί η Deutsche Bank και για την ΕΚΤ
Ανάλογη επιφυλακτικότητα καταγράφεται και στην Ευρώπη. Οι traders έχουν τιμολογήσει περίπου τρεις αυξήσεις των 25 μονάδων βάσης έως τον Ιούλιο, παρά την άνοδο των τιμών της ενέργειας και την καλύτερη από την αναμενόμενη οικονομική ανάπτυξη.
Η Deutsche Bank αναθεώρησε ήδη την πρόβλεψή της και περιμένει πλέον μία επιπλέον αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο, μετά την κίνηση που αναμένεται τον Σεπτέμβριο. Η τράπεζα τοποθετεί το πιθανότερο τελικό επιτόκιο στο 2,75%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 2,5%.
Το πόσο ψηλότερα θα χρειαστεί να φτάσουν τα επιτόκια θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης και από το εάν οι ανατιμήσεις στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα περάσουν στους μισθούς και στις υπόλοιπες τιμές.
Πού μπορεί να εμφανιστεί η διόρθωση
Μέχρι στιγμής, οι αγορές μετοχών και εταιρικών ομολόγων έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Αυτό ακριβώς, όμως, ενισχύει την ανησυχία της Deutsche Bank.
Ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων επηρεάζάζει τις αγορές με πολλούς τρόπους:
- Αυξάνει το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
- Κάνει τα ασφαλέστερα κρατικά ομόλογα πιο ελκυστικά σε σχέση με τις μετοχές.
- Μειώνει τη σημερινή αξία των μελλοντικών εταιρικών κερδών, πιέζοντας ιδιαίτερα τις ακριβές μετοχές ανάπτυξης.
- Αυξάνει τον κίνδυνο αθετήσεων για εταιρείες με υψηλό χρέος.
- Μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερα πιστωτικά spreads και χαμηλότερες τιμές ομολόγων.
Η προειδοποίηση του Άλεν δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με πρόβλεψη ενός άμεσου χρηματιστηριακού κραχ. Δείχνει, όμως, ότι οι αγορές δεν μπορούν επ’ αόριστον να τιμολογούν ταυτόχρονα επίμονο πληθωρισμό, ισχυρή ανάπτυξη, λίγες αυξήσεις επιτοκίων και υψηλές αποτιμήσεις.
Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρήσουν, η προσαρμογή θα πρέπει να έρθει είτε μέσα από υψηλότερες προσδοκίες για τα επιτόκια είτε μέσα από χαμηλότερες τιμές στα περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο, κατά την Deutsche Bank, «κάτι πρέπει να υποχωρήσει».