Deutsche Bank: Σε ψευδαίσθηση χρέους η Ελλάδα – Η παγίδα του Ταμείου Ανάκαμψης

Σε μια ψευδαίσθηση… χρέους έχει πέσει η ελληνική οικονομία, έχοντας υπερβεί προ πολλού τα όρια, με το Ταμείο Ανάκαμψης να προσφέρει ευκαιρίες αλλά και να εγκυμονεί κινδύνους, σύμφωνα με όσα αναφέρει με ανάλυσή της η  Deutsche Bank.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τράπεζα, από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης τον Μάρτιο του 2020, οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο εξαπέλυσαν μια σειρά από πρωτοφανή μέτρα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Η νομισματική χαλάρωση και η δημοσιονομική επέκταση χτύπησαν κόκκινο… με αποτέλεσμα την εκτόξευση του δημοσίου χρέους, που όμως πρέπει να τιθασευτεί προς αποτροπή μιας νέας κρίσης και φαινομένων στασιμοπληθωρισμού στο μέλλον.

Όπως επισημαίνει η Deutsche Bank, τα αυξανόμενα επιτόκια και τα spreads των ομολόγων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλες δημοσιονομικές κρίσεις, ναρκοθετώντας τις όποιες προσπάθειες να επιτευχθεί δημοσιονομική προσαρμογή.

Φερεγγυότητα και ρευστότητα: Οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος

Μια οικονομία που μπορεί να παραγάγει μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει το όποιο χρέος της και να αποδεικνύεται προϊόντος του χρόνου φερέγγυα. Συνακόλουθα οι επενδυτές σε μια τέτοια περίπτωση θα αποδειχθούν πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά της.

Επισημαίνεται πως, δεδομένων των μεγάλων υφιστάμενων ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών, πολλές προηγμένες οικονομίες εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη των επενδυτών για την πιστοληπτική τους ικανότητα. Επομένως, αν και η ρευστότητα και η φερεγγυότητα είναι δύο διαφορετικές έννοιες, συνδέονται στενά.

Εάν το ασφάλιστρο κινδύνου και κατά συνέπεια το επιτόκιο που καταβάλλεται για την αγορά νέου δημόσιου χρέους φθάσει σε απαγορευτικά επίπεδα (όπως για παράδειγμα κατά την κρίση του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2010), η κυβέρνηση θα χάσει και τα δύο, και τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα, καθώς οι πιστωτές θα σταματήσουν να τη δανείζουν (ρευστότητα) και το χρέος θα γίνει αφόρητο (αφερεγγυότητα).

Το τρέχον χαμηλό επιτοκιακό περιβάλλον βοηθά τις χώρες με υψηλό χρέος, λέει η Deutsche Bank, ωστόσο π.χ. για την Ελλάδα η χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ δεν θα μένει εκεί για πάντα… Όταν οι επενδυτές αρχίσουν να ανησυχούν ότι μπορεί να εξαντληθεί ο δημοσιονομικός χώρος, τιμωρούν τις χώρες γρήγορα. Ως εκ τούτου, τα χαμηλά επιτόκια δεν πρέπει να θεωρηθούν «δικαιολογία» για την αύξηση του δημόσιου χρέους πάνω από ένα ορισμένο όριο, με την Ελλάδα να το έχει υπερβεί.

Ταμείο Ανάκαμψης και χρέος

Σε αυτό το πλαίσιο, η κεντρική τράπεζας της Γερμανίας προειδοποιεί ότι η μετατόπιση της χρηματοδότησης κρατικών χρεών σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια «ψευδαίσθηση του χρέους».

Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης (NGEU) ύψους 750 δισ. ευρώ (περίπου 6% του ΑΕγχΠ ΕΕ-27 του 2020) προβλέπεται να πραγματοποιηθεί σε επίπεδο ΕΕ.

Ωστόσο, η ΕΚ θα εκδώσει συλλογικό χρέος (εξ ονόματος της ΕΕ), το οποίο δεν θα εμφανίζεται στους δείκτες ελλείμματος και χρέους των κρατών. Αντ’ αυτού, αυτός ο δανεισμός της ΕΕ θα βελτιώσει αρχικά τις στατιστικές δημόσιας χρηματοδότησης των κρατών μελών (μέσω υψηλότερων εσόδων, χαμηλότερων ελλειμμάτων / αποθεμάτων χρέους) καθώς η ΕΕ θα μεταφέρει τα μισά από αυτά τα κεφάλαια (περίπου 390 δισ. Ευρώ, 3% του ΑΕΠ) σε μεμονωμένες χώρες ως «μη επιστρεπτέες επιδοτήσεις». Ωστόσο, αυτές οι επιδοτήσεις θα πρέπει να επιστραφούν μόλις λήξει το χρέος της ΕΕ.

Τέλος, από την άποψη της βιωσιμότητας του χρέους, η απώλεια δημοσιονομικής διαφάνειας και λογοδοσίας σε επίπεδο κρατών μελών ανοίγει την πόρτα για ηθικούς κινδύνους και απρόσεκτες εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές.