Ελλάδα: Μπροστά στην «πρόθεση ψήφου» των επενδυτών (αλλά στην κάλπη;)

Έρευνα της ΕΥ δείχνει ότι η Ελλάδα κερδίζει τον ανταγωνισμό άλλων χωρών στην πρόθεση επενδύσεων- Η υστέρηση στους δείκτες, τα θετικά μηνύματα για τα greenfield projects και ο ρόλος της βιομηχανίας.

Παρά την κάμψη στην επενδυτική δυναμική της Ελλάδας, το ποσοστό πρόθεσης για επενδύσεις στο άμεσο μέλλον παραμένει το υψηλότερο στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ετήσια πανευρωπαϊκή μελέτη EY Attractiveness Survey, η οποία παρακολουθεί τις επενδύσεις βάσει μίας διαφορετικής μεθοδολογίας, η οποία εστιάζει στα greenfield projects, στις επενδύσεις, δηλαδή, που οδηγούν στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων ή/ και νέων θέσεων εργασίας.

Στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι (καθαρές) εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) στην Ελλάδα για το 2019 ανήλθαν σε 4,1 δισ. ευρώ (το υψηλότερο ποσό από το 2006), παρουσιάζοντας αύξηση 23% σε σχέση με το 2018, σε συνέχεια μιας τριετίας συνεχούς ανάπτυξης. Σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ωστόσο η Ελλάδα υστερεί ως προς την προσέλκυση ΑΞΕ. Ενδεικτικά, σύμφωνα με στοιχεία του Ο.Ο.Σ.Α. για το 2018, το σύνολο των συσσωρευμένων εισροών (αποθεμάτων) κεφαλαίων από ΑΞΕ προς την Ελλάδα αντιστοιχούσε μόνο στο 16% του ΑΕΠ, ενώ στην Πορτογαλία στο 61%, στην Ισπανία στο 49%, σε επίπεδο Ε.Ε. στο 57% και σε επίπεδο χωρών του Ο.Ο.Σ.Α. στο 41%. Μάλιστα τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στο σύνολο των ΑΞΕ, περιλαμβανομένων των συγχωνεύσεων, εξαγορών και ιδιωτικοποιήσεων. 

Η εικόνα βελτιώνεται

Όμως η εικόνα βελτιώνεται, ακόμη και κατά την περίοδο του κορωνοϊού, με τους επενδυτές, να υιοθετούν μια στάση αναμονής ενόψει των εξελίξεων του Covid-19. Συνολικά, 38% των ερωτώμενων απαντούν ότι η εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί, ποσοστό μειωμένο μεν σε σχέση με το περσινό (47%), αλλά πάντως ικανοποιητικό, με δεδομένες τις συνθήκες. Ταυτόχρονα αναγνωρίζεται στη χώρα η ύπαρξη μιας αποτελεσματικής πολιτικής για τις επενδύσεις, σύμφωνα με το 62% των ερωτώμενων έναντι 50% στην έρευνα του 2019.

Η θετική αντίληψη για τη σημερινή και τη μελλοντική πορεία της εικόνας της χώρας, μεταφράζεται, για ένα σημαντικό μερίδιο των επενδυτών του δείγματος, σε αυξημένη πρόθεση επενδύσεων στη χώρα μας. Το 28% των ερωτώμενων δηλώνουν ότι, πριν την εκδήλωση της πανδημίας, οι επιχειρήσεις τους σχεδίαζαν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα μας ή να επεκτείνουν ήδη υπάρχουσες δραστηριότητες στη διάρκεια του επόμενου έτους. Το ποσοστό αυτό είναι οριακά μειωμένο σε σχέση με πέρσι (30%), αλλά αισθητά υψηλότερο από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα: Πορτογαλία 26%, Γαλλία 16% και Βέλγιο 10%, ενώ για την Ευρώπη, συνολικά, το ποσοστό φθάνει στο 27%.

Η βιομηχανία κάνει τη διαφορά στις νέες επενδύσεις 

Οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων που προτίθενται να επενδύσουν στην Ελλάδα, κλήθηκαν να αναφέρουν το είδος της επένδυσης που σχεδιάζουν. Στην πρώτη θέση παραμένει η δημιουργία γραφείων πωλήσεων ή μάρκετινγκ, με μειωμένο, όμως, ποσοστό (30%) σε σχέση με πέρσι (40%). Στη δεύτερη θέση, βρίσκεται φέτος η βιομηχανία, με ποσοστό 26%, έναντι μόλις 9% πέρσι και ποσοστά μεταξύ 17% και 18% για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό και, εφόσον επιβεβαιωθεί, αντανακλά μια στροφή των επενδυτών προς έναν τομέα κρίσιμο για την ελληνική οικονομία, καθώς είναι εντάσεως κεφαλαίου και με υψηλή προστιθέμενη αξία. Είναι πιθανόν η στροφή αυτή να συνδέεται με τις επιπτώσεις του Covid-19 και, ειδικότερα, την πρόθεση των επιχειρήσεων να αναδιοργανώσουν την εφοδιαστική τους αλυσίδα, δημιουργώντας μονάδες παραγωγής πλησιέστερα στις ευρωπαϊκές αγορές.

Πρόκειται πάντως για ένα εύρημα, που αν επιβεβαιωθεί, θα έχει δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις για την Ελλάδα, μετά από μια μακρά περίοδο αποβιομηχάνισης, και το οποίο πρέπει να απασχολήσει τους διαμορφωτές της επενδυτικής στρατηγικής της χώρας, σύμφωνα με τους αναλυτές της ΕΥ. Oι δραστηριότητες που σχετίζονται με την εφοδιαστική αλυσίδα και τα logistics, βρίσκονται φέτος στην τρίτη θέση, με σταθερό το ποσοστό προτιμήσεων στο 19%, υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο ποσοστό για το σύνολο της Ευρώπης, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα μας διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα στον τομέα αυτόν, λόγω και της γεωγραφικής της θέσης. Ακολουθούν οι υπηρεσίες back office με ποσοστό μειωμένο σε σχέση με το 2019 (9% από 13%) και αισθητά χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Πορτογαλία 22%, Βέλγιο 33%, Ευρώπη 14%), στοιχείο αποθαρρυντικό, καθώς επενδύσεις σε shared services centers, data centers, κ.α., δημιουργούν μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας. Η δημιουργία κεντρικών γραφείων (headquarters) και κέντρων εκπαίδευσης, εμφανίζεται ενισχυμένη, με ποσοστό 5% από 1% πέρσι ενώ η συμμετοχή των κέντρων έρευνας & ανάπτυξης έχει μειωθεί από 8% σε 3%.

Η «αίγλη» του τουρισμού

Η έρευνα που διεξήχθη στο διάστημα από 22 Μαΐου έως 6 Ιουνίου και άρα περιλάμβανε τις επιπτώσεις από την πανδημία στο επιχειρηματικό περιβάλλον, «αποδυνάμωσε» τον τουρισμό ως επιλογή. Ο κλάδος εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των επιλογών των επενδυτών, αλλά με μειωμένα ποσοστά: μόνο ένας στους δύο επενδυτές (52%) αναφέρει τον τουρισμό μεταξύ των δύο κλάδων που θα πρωταγωνιστήσουν στην ανάπτυξη της χώρας, ενώ ως πρώτη επιλογή το ποσοστό μειώνεται στο 39%. Στη δεύτερη θέση παραμένουν τα logistics και τα κανάλια διανομής (28% συνολικά και 13% ως πρώτη επιλογή, έναντι 22% και 8%, αντίστοιχα, πέρσι). Η κατάταξη αυτή, αντικατοπτρίζει το συγκριτικό πλεονέκτημα που εξασφαλίζει στην Ελλάδα η γεωγραφική της θέση και, ενδεχομένως, τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια στον τομέα αυτό.

Ακολουθούν, στην τρίτη και τέταρτη θέση, με ποσοστά ελαφρώς αυξημένα σε σχέση με πέρσι, οι δραστηριότητες του real estate και των κατασκευών (21%), της ενέργειας και των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (19%), ο οποίος περιλαμβάνει και τις κρίσιμες δραστηριότητες της διαχείρισης απορριμμάτων και υδάτινων πόρων.

Τα συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, η έρευνα που επιβεβαίωσε την σημαντική μεταστροφή του επενδυτικού κλίματος υπέρ της Ελλάδας που είχε διαπιστωθεί στην έρευνα της ΕΥ το 2019 οδήγησε στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για τη χώρα που θα δίνει έμφαση στην κυκλική οικονομία, θα αναδεικνύει την καινοτομία και την ψηφιακή τεχνολογία σε προτεραιότητες, θα θέτει το ανθρώπινο δυναμικό στο επίκεντρο, θα επιταχύνει την απονομή δικαιοσύνης, θα ενισχύει την προσαρμογή των logistics, θα ενσωματώνει τις παγκόσμιες αλλαγές στο μοντέλο εργασίας στην μετά-Covid-19 εποχή, θα ενισχύει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και θα επικαιροποιεί στην επενδυτική κοινότητα την πρόοδο που επιτυγχάνεται.

Φωτογραφία: Pexels