Ελλάδα: η τελευταία ευκαιρία

Η δεύτερη ευκαιρία του Αλέξη Τσίπρα και η επόμενη μέρα της διαπραγμάτευσης.

Του Παύλου Ευθυμίου*

Στην ιστορία, στην πολιτική, στην ζωή, παντού, δεν πρέπει να θεωρείται βέβαιη μια δεύτερη ευκαιρία. Ο κύριος Τσίπρας, την έχει, ή μάλλον καλύτερα, την κέρδισε. Ο Πρωθυπουργός την περασμένη Τρίτη είχε να διαχειριστεί μια σειρά δυσεπίλυτων προβλημάτων και προκλήσεων. Αναφέρω ενδεικτικά – μια οικονομία χρεοκοπημένη, ένα καταρρέον τραπεζικό σύστημα, μία κοινωνία που δοκιμάζεται, διχάζεται και ασφυκτιά, ένα κόμμα που βράζει, τρίζει και είναι στα όριά του, και στο βάθος, οι δημοσκοπήσεις αρχίζουν να σκιαγραφούν τους χειρότερούς του φόβους – μια σύντομη θητεία που θα έκλεινε την «αριστερή παρένθεση». Ο πρωθυπουργός και η ομάδα του εξέτασαν όλα τα σενάρια, αλλά εν τέλει το πήγαν μέχρι τέλους. Από πλευράς τακτικής, ορθώς: έχουν μια νέα, νωπή, λαϊκή εντολή και έχουν επιβεβαιώσει εκκωφαντικά τη στήριξη του λαού. Με τη διαφορά, όμως, πως με την προηγούμενη εντολή είχαν στη διάθεσή τους το πολύ πέντε μήνες για συμφωνία, ενώ τώρα έχουν το πολύ πέντε εργάσιμες ημέρες και ένα Σαββατοκύριακο. Τι σημαίνει αυτό; Πως πολύ σωστά πραγματοποίησε συνάντηση με τους πολιτικούς αρχηγούς και, ιδανικά, θα έπρεπε να στέλνει σήμερα το βράδυ την καλύτερη δυνατή, διευρυμένη διαπραγματευτική ομάδα στις Βρυξέλλες (πράγμα που, προς το παρόν τουλάχιστον, δυστυχώς δεν προκύπτει). Με μόνη εντολή να μη γυρίσουν πίσω χωρίς συμφωνία. Με μόνη εντολή να σωθεί πλέον η πατρίδα, και όχι η παρτίδα. Δεδομένου του εξαιρετικά ασφυκτικού χρονικού πλαισίου, η δεύτερη ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ και του κ. Τσίπρα, είναι συνάμα και η τελευταία ευκαιρία για τη χώρα.

Αυτό είναι το ουσιώδες, το μείζον, το εθνικό καθήκον. Όλα τα άλλα έχουν περάσει και δεν υπάρχει ούτε ο χρόνος, ούτε τα περιθώρια για να ασχοληθεί με αυτά ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Ιδανικά κανένας από τον πολιτικό κόσμο και ει δυνατόν να κλείσει και η υπόθεση στην κοινωνία. Έγινε το δημοψήφισμα, ο πρωθυπουργός κέρδισε τους πάντες και τα πάντα και τώρα πρέπει να κερδίσει τον αγώνα της συμφωνίας άμεσα για να μη χάσει η χώρα. Έχει για πρώτη φορά αυτό που όλοι οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί δεν κατάφεραν να έχουν οποιαδήποτε άλλη στιγμή: την στήριξη όλων – κατ’ ουσίαν – των πολιτικών δυνάμεων του τόπου, όπως επισφραγίστηκε στην σύσκεψη στο Προεδρικό μέγαρο.

Εκφράστηκε και εκτονώθηκε σε μεγάλο βαθμό η συσσωρευμένη οργή για τη λιτότητα, τους «ξένους», τους εσωτερικούς μπαμπούλες, ζόμπι, κ.ο.κ, αποθεώθηκαν και αποκαθηλώθηκαν άμεσα «υπουργοί-αστραπή» και τώρα πρέπει να πάμε στο δόγμα «δουλειά, δουλειά, δουλειά!». Είναι η στιγμή οι Υπουργοί της κυβέρνησης να ακολουθήσουν πιστά αυτό το δόγμα και να επιτρέπουν στον εαυτό τους μόνο τις αναγκαίες εμφανίσεις, δηλώσεις και συνεντεύξεις στα ΜΜΕ. Αν όλες οι συνεντεύξεις κάποιων υπουργών μετρούνταν σε εργατοώρες, θα είχαν υπογραφεί δύο συμφωνίες και θα είχε ολοκληρωθεί και το μετρό στην Κυψέλη.

Πριν κλείσω να σταθώ στο δημοψήφισμα για τελευταία φορά:

Τα ανακλαστικά των βαθιά ευρωπαϊκών στοιχείων της χώρας, της συντριπτικής πλειοψηφίας του ακαδημαϊκού κόσμου, του τύπου, των ΜΜΕ, των επιχειρηματικών, εργοδοτικών, κοινωνικών φορέων, των πολιτισμικών και καλλιτεχνικών φορέων, έδρασαν σωστά. Σύσσωμοι κράτησαν μια σοβαρή στάση υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Αυτό είναι και ήταν κρίσιμο. Μπορεί να «χάσανε» το δημοψήφισμα, αλλά κέρδισαν την αλλαγή της ατζέντας. Ο βασικός λόγος κατά τη γνώμη μου που κέρδισε η γραμμή της κυβέρνησης, είναι ο Αλέξης Τσίπρας και η ρητή δέσμευσή του πως το ΟΧΙ είναι το μέσο που εξασφαλίζει άμεση συμφωνία σε 48 ώρες και επαναφέρει την κανονικότητα, διασφαλίζοντας την παρουσία της χώρας στην καρδιά της Ευρώπης. Σε εκείνο το σημείο γύρισε όλο το κλίμα και το ΝΑΙ έχασε σε μεγάλο βαθμό το νόημά του, αφού ξαφνικά το ΟΧΙ είχε τη ρητή δέσμευση του Πρωθυπουργού για ασφαλή ευρωπαϊκή πορεία ενώ το ΝΑΙ επιτράπηκε να συνδεθεί με νέα αστάθεια, εκλογές, νέους κυβερνητικούς συνασπισμούς και φαινόταν να εξυπηρετεί και σε ένα βαθμό εξωτερικές και εσωτερικές φωνές που επιδιώκανε κυβερνητική αλλαγή. Τελικά ο πρωθυπουργός κατάφερε να κάνει κάτι κρίσιμο και παραδόξως ενωτικό: από την Πέμπτη και μετά δεν υπήρχε πραγματικός διαχωρισμός μεταξύ του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Όλοι ψηφίζαμε για συμφωνία-αστραπή και μάλιστα με ρητή δέσμευση του πρωθυπουργού για άμεση ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης σε κάθε περίπτωση.

Εν τέλει: ήταν το Δημοψήφισμα σωστό, ετέθη σωστά, στήριζες το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ, πως ερμηνεύεται η ψήφος, ποιοι κέρδισαν, τι; κ.ο.κ είναι μια σειρά ερωτημάτων που έχουν λήξει σαν εκείνη τη συμφωνία πάνω στην οποία (υποτίθεται ότι) ψήφιζε ο λαός. Αυτό που έχει ανανεωθεί όμως είναι η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και στον πρωθυπουργό που για να κερδίσει το δημοψήφισμα έδωσε τέλος στην ιδέα της ρήξης με τους έξω και το διχασμό μέσα, και αναγνώρισε ανοιχτά το μόνο ασφαλή και διαθέσιμο δρόμο – τη συμφωνία με τους εταίρους. Σε αυτό το δρόμο ο πρωθυπουργός δεν έχει προσωπική επιστροφή. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή, ακόμα και αν το φαντασιώνονται ακόμα κάποιοι μέσα στο κόμμα του. Θα ήταν καλό επομένως να μπουν μέσα τα χρονόμετρα και να ενισχύσουμε όλοι την άμεση σύναψη συμφωνίας. Άρα, σε αυτό το σημείο είναι επιτακτικό να λήξει η αντιπαράθεση με τους εταίρους από εκείνους που ακόμα τη συντηρούν, γιατί τώρα, τους χρειαζόμαστε όσο ποτέ.

*Ο Παύλος Ευθυμίου είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και σύμβουλος σε θέματα Ευρωπαϊκής πολιτικής & οικονομικών.