Επενδύσεις άνω των 400 εκατ. ευρώ σε ελληνικά ακίνητα – Πού υπήρξε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μελέτη της Algean Property δείχνει διπλασιασμό επενδύσεων σε νέα ακίνητα σε σχέση με το 2018.

Περισσότερα από 400 εκατ. ευρώ επένδυσαν το 2019 οι ελληνικές εταιρείες επενδύσεων ακίνητης περιουσίας (ΑΕΕΑΠ), για την απόκτηση νέων ακινήτων, σύμφωνα με μελέτη της Algean Property.

Περίπου το 60% του συγκεκριμένου ποσού διοχετεύτηκε στην ελληνική αγορά ακινήτων κι από αυτό το 74% επενδύθηκε σε γραφεία, το 15% σε χώρους λιανικής, το 7,5% σε ξενοδοχεία και το υπόλοιπο σε αποθήκες, οικόπεδα και άλλα ακίνητα. Πέρυσι μάλιστα παρατηρήθηκε μια στροφή προς συγκεκριμένους τύπους κατοικιών, όπως φοιτητικές κατοικίες και μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων.

Ο μεγαλύτερος παίκτης της αγοράς, η Prodea, που ιδρύθηκε από την Εθνική Πανγαία, του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας και έχει μεταβιβαστεί στην Invel, με χαρτοφυλάκιο αξίας άνω των 2,2 δισ. ευρώ, το 2019 διέθετε χαρτοφυλάκιο 372 ακινήτων, 23 περισσότερα από το 2018, με τη συντριπτική πλειονότητα να βρίσκεται στην Ελλάδα (328), ενώ 26 βρίσκονται στην Κύπρο, 14 στην Ιταλία, 2 στη Βουλγαρία και 2 στη Ρουμανία.

Η Trastor που ιδρύθηκε το 1999 από την Τράπεζα Πειραιώς και ήταν η πρώτη εταιρεία στην οποία χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας ως Επενδυτική Εταιρεία Ακινήτων στην Ελλάδα το 2003, μπήκε στο χρηματιστήριο δύο χρόνια αργότερα και σήμερα ελέγχεται από την WRED LLC σε ποσοστό 56,6% ενώ η Τράπεζα Πειραιώς ελέγχει το 39,4%. Η αξία του χαρτοφυλακίου ακινήτων της ξεπερνά τα 200,7 εκατ. ευρώ και τα τελευταία 3 χρόνια έχει επενδύσει περίπου 100 εκατ. ευρώ για την απόκτηση νέων ακινήτων αυξάνοντας τον αριθμό των ακινήτων που διαθέτει σε 58 από 32 το 2017. Όλα βρίσκονται στην Ελλάδα.

Η BriQ Properties έλαβε άδεια λειτουργίας τον Μάιο του 2016, εισήφθη στο ΧΑ τον Ιούλιο του 2017 και ελέγχεται από τον Θεόδωρο Φέσσα (38%) και την Ευτυχία Κουτσουρέλη (17%) που κατέχουν συνολικά το 55% των μετοχών. Διαθέτει χαρτοφυλάκιο 25 ακινήτων, αξίας περίπου 60 εκατ. ευρώ και τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει σημαντικά ποσά στην απόκτηση 4 ξενοδοχειακών μονάδων στην Πάρο, την Τήνο, την Κέρκυρα και τη Σκιάθο.

Η Intercontinental International ιδρύθηκε το 2012 και εισήχθη στο Χρηματιστήριο τον Αύγουστο του 2016. Σήμερα κύριος μέτοχος είναι η Ajolico Trading Limited (με περίπου 79%). Διαθέτει χαρτοφυλάκιο 34 ακινήτων με αξία 96,2 εκατ. ευρώ. Μεταξύ 2016 και 2018, η Intercontinental International επένδυσε περισσότερα από 25 εκατ. ευρώ στην απόκτηση ακινήτων στην Ελλάδα.

Τρεις από τις 7 ΑΕΕΑΠ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεν είναι ακόμη εισηγμένες στο ΧΑ, όπως οι παραπάνω. Η Noval Property είναι η μεγαλύτερη μη εισηγμένη ΑΕΕΑΠ και η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ελλάδα με βάση την αξία ακινήτων. Αδειοδοτήθηκε τον Οκτώβριο του 2019 και ο κύριος μέτοχος της είναι η Viohalco S.A. Το χαρτοφυλάκιο των 41 ακινήτων της εταιρείας έχει αξία 298,5 εκατ. ευρώ.

Η Orilina Properties του ομίλου Brevan Howard ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 με αρχικό κεφάλαιο 105 εκατ. ευρώ και σήμερα διαθέτει 9 ακίνητα, η αγοραία αξία των οποίων εκτιμάται σε 82,59 εκατ. ευρώ. Επίσης η Ble Kedros ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2014 και της χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας τον Μάρτιο του 2017. Διαθέτει 29 ακίνητα, η αγοραία αξία των οποίων εκτιμήθηκε σε 71,3 εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2018. Σημειώνεται επίσης ότι σε τελικό στάδιο αδειοδότησης είναι ορισμένες ακόμη εταιρείες.

Η ανθεκτικότητα

Υπενθυμίζεται η αγορά αυτή άνοιξε ουσιαστικά στην Ελλάδα το 1999 (Νόμος 2778/1999) και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη στήριξη της τοπικής αγοράς ακινήτων κατά τη διάρκεια της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σύμφωνα με τους αναλυτές της Algean Property εστιάζοντας σε υψηλής ποιότητας εμπορικά ακίνητα και τους ενοικιαστές τους, τα χαρτοφυλάκια των ελληνικών ΑΕΕΑΠ παρουσίασαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα τα τελευταία χρόνια. Στο τέλος του 2012, όταν η ελληνική αγορά ακινήτων βρισκόταν σε βαθιά κρίση, τα χαρτοφυλάκια των πέντε ενεργών ΑΕΕΑΠ διέθεταν 370 ακίνητα συνολικής αξίας 1,4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2012 τα ελληνικά REICs (Real Estate Investment Companies – REIC) κατείχαν κυρίως χώρους λιανικής (49,6%) και γραφεία (44,9%) συνήθως μισθωμένα σε εμπορικές τράπεζες. Η μέση απόδοση των χώρων λιανικής υπολογίστηκε σε 8,6% και σε 8,8% για τους χώρους γραφείων. Οι αποθήκες (2,7%), τα εμπορικά κέντρα (0,8%) και άλλα ακίνητα (2,0%) αντιπροσώπευαν μόνο ένα μικρό μέρος αυτών των χαρτοφυλακίων.

Το 2013, επεκτάθηκε το επενδυτικό πεδίο καθώς το νέο νομικό πλαίσιο επέτρεψε επενδύσεις σε ακίνητα κατοικιών, τουριστικά ακίνητα, οικοδομήσιμα και ακίνητα υπό κατασκευή. Πέντε χρόνια αργότερα, το 2018, οι ελληνικές REICs επένδυσαν περισσότερα από 200 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 43,2% διοχετεύθηκε σε χώρους γραφείων, το 24,1% σε χώρους λιανικής, το 21,7% σε τουριστικά ακίνητα, το 8,4% σε αποθήκες και βιομηχανικά ακίνητα, το 1,4% σε εμπορικά κέντρα και 1,2% σε άλλους τομείς. Το 2019 οι ελληνικές REICs επένδυσαν διπλάσιο ποσό, περισσότερα από 400 εκατ. ευρώ για την απόκτηση νέων ακινήτων.

Σχετικά άρθρα