Έρευνα EY: Οικονομική αβεβαιότητα και αυξημένες τιμές «χτυπούν» την τσέπη των καταναλωτών

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το αυξανόμενο κόστος αγαθών και υπηρεσιών επηρεάζει τις αγοραστικές δυνατότητες και αποφάσεις παγκοσμίως.

Η οικονομική αβεβαιότητα και οι αυξημένες τιμές αποθαρρύνουν τους καταναλωτές παγκοσμίως, σύμφωνα με την τελευταία έκδοση της τακτικής έρευνας της EY, Future Consumer Index.

Η ένατη έκδοση της τριμηνιαίας παγκόσμιας έρευνας μεταξύ 18.000 καταναλωτών, διαπιστώνει ότι το αυξανόμενο κόστος αγαθών και υπηρεσιών επηρεάζει τις αγοραστικές δυνατότητες και αποφάσεις του 52% των ερωτηθέντων σε όλον τον κόσμο.

Ενώ, αναπόφευκτα, η άνοδος των τιμών επηρεάζει περισσότερο τα άτομα με χαμηλό εισόδημα (62%), η έρευνα δείχνει ότι και τα άτομα με μεσαίο (48%) και υψηλό εισόδημα (42%) πιέζονται και αυτά. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες αισθάνονται έντονα την πίεση, με το 62% των καταναλωτών που προέρχονται από αυτές, να αναφέρουν ότι η προσιτότητα των τιμών επηρεάζει τις επιλογές τους, σε σύγκριση με το 45% των ερωτηθέντων από τις ανεπτυγμένες αγορές.

Υπό το πρίσμα των σημαντικών πληθωριστικών πιέσεων στις τιμές και την ανησυχία για νέες παραλλαγές του COVID-19, η έρευνα δείχνει ότι οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να περιορίζουν την καταναλωτική δαπάνη τους, θα στρέφονται σε φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις και θα περιορίζουν τις αγορές μη απαραίτητων αγαθών. Ορισμένα βασικά προϊόντα για τα οποία οι ερωτηθέντες ξοδεύουν λιγότερα, περιλαμβάνουν τα ρούχα (38%), τα είδη καλλωπισμού και τα καλλυντικά (35%), και το αλκοόλ (30%). Παράλληλα, πολλοί αναζητούν ήδη φθηνότερες εναλλακτικές για φρέσκα (20%) και συσκευασμένα τρόφιμα (19%).

Σύμφωνα με την έρευνα, η αβεβαιότητα σχετικά με τη διαχείριση του αυξανόμενου κόστους ζωής, οδηγεί σχεδόν τα δύο τρίτα (60%) των ερωτηθέντων σε διάθεση μεγαλύτερης εξοικονόμησης στο μέλλον, με το 39% να έχουν ήδη θέσει ως στόχο να αποταμιεύουν αντί να ξοδεύουν.

Η έρευνα δείχνει ότι οι καταναλωτές αναζητούν εμπειρίες περισσότερο από ποτέ, καθώς αναπληρώνουν τον χαμένο χρόνο και αναζητούν τρόπους διαφυγής από τις πιέσεις του μετά-πανδημικού κόσμου, με το 45% να αναφέρουν ότι σκοπεύουν να ζήσουν εντονότερα την κάθε στιγμή.

Από τις πέντε βασικές κατηγοριοποιήσεις καταναλωτικών προτεραιοτήτων – «πρώτα ο πλανήτης» (Planet first), «πρώτα η προσιτή τιμή» (Affordability first), «πρώτα η εμπειρία» (Experience first), «πρώτα η υγεία» (Health first) και «πρώτα η κοινωνία» (Society first) – οι εμπειρίες έχουν σημειώσει τη μεγαλύτερη αύξηση, σε διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με το 2020, και αποτελούν, σήμερα, την τρίτη μεγαλύτερη προτεραιότητα καταναλωτικών δαπανών, από την τελευταία θέση όπου βρίσκονταν στην αρχή της πανδημίας.

Το 42% του συνόλου των ερωτηθέντων σχεδιάζουν να ξοδέψουν περισσότερα χρήματα σε εμπειρίες τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, το 39% δηλώνουν λιγότερο διατεθειμένοι να αναζητήσουν εμπειρίες έξω από το σπίτι τους. Οι καταναλωτές που θα αναζητήσουν εμπειρίες εκτός σπιτιού, απαιτούν περισσότερα από τα φυσικά καταστήματα, καθώς πάνω από το ένα τρίτο (36%) σχεδιάζουν να επισκέπτονται μόνο καταστήματα που προσφέρουν μία εξαιρετική καταναλωτική εμπειρία.

Σε ό,τι αφορά τις καταναλωτικές αποφάσεις, για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, οι περισσότεροι ερωτηθέντες βάζουν τον πλανήτη (26%) πάνω από την οικονομική προσιτότητα (24%) και την εμπειρία (20%).

Οι καταναλωτές επιλέγουν να προβούν σε πιο βιώσιμες αγορές, κάνοντας ό,τι μπορούν για να προστατέψουν το περιβάλλον, με το 56% να αναφέρουν ότι θα δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των αγορών τους και το 52% να δεσμεύονται να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στον κοινωνικό αντίκτυπό τους. Δύο στους πέντε (42%) δηλώνουν ότι θα αγοράζουν μόνο από brands που ευθυγραμμίζονται με τις αξίες τους, άποψη που συμμερίζεται σε ίδιο ποσοστό και η Generation Z και σε ακόμη υψηλότερο (48%) οι Millennials.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της νέας έκδοσης της έρευνας, ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων και Λιανεμπορίου της EY στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δήλωσε: «Η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών και η αβεβαιότητα για την πορεία της πανδημίας και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, εξακολουθούν να επηρεάζουν τις καταναλωτικές επιλογές. Οι καταναλωτές, βλέποντας την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, περιορίζουν τις αγορές μη απαραίτητων αγαθών. Συγχρόνως, όμως, αυξάνεται ο αριθμός των καταναλωτών που βάζουν την εμπειρία πάνω από το ίδιο το αγαθό ή την υπηρεσία που αγοράζουν, ενώ η βιωσιμότητα παραμένει κυρίαρχο αγοραστικό κριτήριο. Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, οι επιχειρήσεις παγκοσμίως και στην Ελλάδα, θα πρέπει να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους στις διαφορετικές προσδοκίες των καταναλωτών και να παρακολουθούν προσεκτικά την αγορά, για να εντοπίσουν – ή, ακόμη, και να προβλέψουν – τις τάσεις που θα κυριαρχήσουν στο επόμενο διάστημα».