Ευρωπαϊκή Άμυνα: Ο λογαριασμός των 45 δισ. ευρώ και πώς μπορεί να μειωθεί στο μισό – Η ελληνική ευκαιρία

Ευρωπαϊκή Άμυνα: Ο λογαριασμός των 45 δισ. ευρώ και πώς μπορεί να μειωθεί στο μισό – Η ελληνική ευκαιρία
Photo: Shutterstock
Η μετάβαση στον νέο στόχο του NATO θα απαιτήσει από την Ευρωζώνη περίπου 45 δισ. ευρώ επιπλέον ετησίως έως το 2035. Ο ESM εξηγεί πότε οι αμυντικές δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν ως επένδυση – και πότε καταλήγουν σε έναν βαρύ δημοσιονομικό λογαριασμό.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά τεστ της επόμενης δεκαετίας για την Ευρώπη. Μετά από χρόνια περιορισμένων στρατιωτικών προϋπολογισμών, η ήπειρος καλείται πλέον να χρηματοδοτήσει μια μόνιμη ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του χρέους και τις υπόλοιπες επενδυτικές της προτεραιότητες.

Για την Ευρωζώνη, η μετάβαση προς αμυντικές δαπάνες ίσες με το 3,5% του ΑΕΠ μεταφράζεται σε περίπου 45 δισ. ευρώ πρόσθετων δαπανών κάθε χρόνο έως το 2035, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Ο πραγματικός λογαριασμός, ωστόσο, δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των κονδυλίων. Εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο θα δαπανηθούν, από το πού θα παραχθεί ο εξοπλισμός και από το πώς θα χρηματοδοτηθεί η αύξηση των προϋπολογισμών.

Στο ευνοϊκότερο σενάριο του ESM, έως και 53 λεπτά από κάθε πρόσθετο ευρώ αμυντικών δαπανών μπορούν μακροπρόθεσμα να επιστρέψουν στα δημόσια ταμεία μέσω υψηλότερης ανάπτυξης και φορολογικών εσόδων. Αυτό σημαίνει ότι το καθαρό δημοσιονομικό κόστος μπορεί να περιοριστεί στα 47 λεπτά. Πρόκειται, όμως, για το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου παραγωγικού μοντέλου και όχι για μια αυτόματη απόδοση.

Η μεγάλη στροφή προς το 3,5%

Στη Σύνοδο Κορυφής της Χάγης το 2025, τα κράτη-μέλη του NATO δεσμεύτηκαν να κατευθύνουν έως το 2035 τουλάχιστον το 3,5% του ΑΕΠ τους στις βασικές αμυντικές ανάγκες.

Στη δέσμευση προστίθεται ποσοστό έως 1,5% του ΑΕΠ για ευρύτερες δαπάνες ασφάλειας, όπως η προστασία κρίσιμων υποδομών και δικτύων, η πολιτική προστασία, η τεχνολογική καινοτομία και η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Συνολικά, ο νέος στόχος φθάνει το 5% του ΑΕΠ.

Η απόσταση από το προηγούμενο ευρωπαϊκό μοντέλο είναι μεγάλη. Οι μέσες αμυντικές δαπάνες στην Ε.Ε. είχαν υποχωρήσει από περίπου 1,6% του ΑΕΠ το 1995 σε 1,1% το 2014, καθώς οι κυβερνήσεις αξιοποιούσαν το λεγόμενο «μέρισμα ειρήνης» για να κατευθύνουν πόρους σε άλλες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.

Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία έχουν μετατρέψει την άμυνα από προσωρινή προτεραιότητα σε μόνιμη δημοσιονομική υποχρέωση.

Πότε η άμυνα λειτουργεί ως επένδυση

Για να περιοριστεί ο τελικός λογαριασμός, οι πρόσθετες δαπάνες πρέπει να δημιουργούν οικονομική δραστηριότητα εντός της Ευρώπης.

Αυτό συμβαίνει όταν οι πόροι κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη, νέες γραμμές παραγωγής, ευρωπαϊκές προμήθειες και τεχνολογίες διπλής χρήσης – εφαρμογές, δηλαδή, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο στρατιωτικά όσο και στην πολιτική οικονομία.

Μια παραγγελία για ένα προηγμένο αμυντικό σύστημα δεν αφορά μόνο την εταιρεία που θα το κατασκευάσει. Μπορεί να κινητοποιήσει ένα ολόκληρο οικοσύστημα προμηθευτών στους κλάδους του λογισμικού, των ηλεκτρονικών, της τεχνητής νοημοσύνης, των προηγμένων υλικών, της μηχανικής και των μεταφορών.

Η πρόσθετη παραγωγή δημιουργεί θέσεις εργασίας και εισοδήματα, τα οποία με τη σειρά τους αυξάνουν την κατανάλωση και τη φορολογική βάση. Έτσι, ένα μέρος της αρχικής κρατικής δαπάνης επιστρέφει στα δημόσια ταμεία.

Το αποτέλεσμα ενισχύεται όταν η τεχνογνωσία που αναπτύσσεται στον αμυντικό τομέα διαχέεται στην υπόλοιπη οικονομία. Η ιστορία των τεχνολογιών δορυφορικής πλοήγησης, των τηλεπικοινωνιών, των προηγμένων υλικών και του διαδικτύου δείχνει ότι η στρατιωτική έρευνα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δημιουργήσει ευρύτερες εμπορικές εφαρμογές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί τα 53 λεπτά δεν είναι δεδομένα

Το ανώτατο ποσοστό αυτοχρηματοδότησης που υπολογίζει ο ESM προϋποθέτει ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα κατορθώσουν να κρατήσουν μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας στο εσωτερικό τους.

Εάν οι παραγωγικές και τεχνολογικές διαχύσεις προς την υπόλοιπη οικονομία δεν εμφανιστούν, το ποσοστό που επιστρέφει στα κράτη περιορίζεται περίπου στο 25%. Εάν, αντίθετα, η αύξηση των δαπανών διοχετευθεί κυρίως στην αγορά έτοιμου εξοπλισμού από τρίτες χώρες, το όφελος για το ευρωπαϊκό ΑΕΠ και τα φορολογικά έσοδα γίνεται ακόμη μικρότερο.

Σε αυτή την περίπτωση, η Ευρώπη επιβαρύνεται με το κόστος, αλλά η παραγωγή, οι θέσεις εργασίας, η τεχνολογία και μεγάλο μέρος των κερδών δημιουργούνται αλλού.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή οι ευρωπαϊκοί αμυντικοί προϋπολογισμοί εξακολουθούν να έχουν περιορισμένο επενδυτικό προσανατολισμό. Περισσότερο από το 40% των δαπανών κατευθύνεται σε προσωπικό και περίπου το ένα τρίτο σε αγαθά και υπηρεσίες. Οι επενδύσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 20%, ενώ η έρευνα και ανάπτυξη μόλις το 3%, έναντι περίπου 12% στις ΗΠΑ.

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία έχει δυνατότητες

Παρά τις αδυναμίες, ο ESM εντοπίζει σημαντικό παραγωγικό πλεονέκτημα στον ευρωπαϊκό αμυντικό κλάδο.

Στοιχεία από επιχειρήσεις στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία δείχνουν ότι οι αμυντικές εταιρείες εμφανίζουν περίπου 40% υψηλότερη συνολική παραγωγικότητα και 35% μεγαλύτερη επενδυτική ένταση από αντίστοιχες εταιρείες που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά σε πολιτικές αγορές.

Παράλληλα, περίπου το 85% των ενδιάμεσων προϊόντων και υπηρεσιών που χρησιμοποιούν προέρχεται από την Ευρωζώνη. Επομένως, η ενίσχυσή τους μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλασιαστικά οφέλη σε ένα πολύ μεγαλύτερο δίκτυο μικρότερων και εξειδικευμένων προμηθευτών.

Η δυνατότητα υπάρχει. Το ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη θα μπορέσει να συντονίσει τις παραγγελίες, να περιορίσει τον κατακερματισμό και να δημιουργήσει την παραγωγική δυναμικότητα που απαιτείται για να καλύψει την αυξημένη ζήτηση.

Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό

Εξίσου κρίσιμη με τη σύνθεση των δαπανών είναι η χρηματοδότησή τους.

Σύμφωνα με τον ESM, η ανακατανομή υφιστάμενων κονδυλίων επιτρέπει να διατηρηθεί μεγαλύτερο μέρος του αναπτυξιακού οφέλους. Η αύξηση των φόρων, ιδιαίτερα εκείνων που επιβαρύνουν την εργασία, μπορεί αντίθετα να μειώσει την απασχόληση, το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική βάση.

Στο δυσμενέστερο σενάριο, η οικονομική επιβάρυνση από τη φορολογία μπορεί να εξουδετερώσει τα οφέλη των αμυντικών επενδύσεων, οδηγώντας ακόμη και σε αρνητικό ποσοστό αυτοχρηματοδότησης.

Ούτε η μόνιμη κάλυψη των δαπανών με νέο χρέος προσφέρει λύση χωρίς παρενέργειες. Εάν το δημόσιο χρέος σταθεροποιηθεί σε υψηλότερα επίπεδα, η ίδια αμυντική ενίσχυση μπορεί να κοστίζει περίπου 5% περισσότερο εξαιτίας της αύξησης των επιτοκίων και του περιορισμού των ιδιωτικών επενδύσεων.

Η ελληνική εξίσωση

Η Ελλάδα ξεκινά από διαφορετική αφετηρία σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι αμυντικές της δαπάνες υπολογίζονταν από το NATO στο 2,85% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 2,24% το 2014, γεγονός που περιορίζει την απόσταση από τον νέο βασικό στόχο. Τα στοιχεία του 2025 παραμένουν εκτιμήσεις του Οργανισμού.

Η ανάλυση του ESM δεν υπολογίζει ξεχωριστό ποσοστό αυτοχρηματοδότησης για την ελληνική οικονομία, καθώς στηρίζεται κυρίως σε δεδομένα από τις τέσσερις μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης. Το 53%, συνεπώς, αποτελεί ένα δυνητικό ανώτατο αποτέλεσμα και όχι μια εγγυημένη απόδοση για την Ελλάδα.

Για την ελληνική οικονομία, το κρίσιμο ζήτημα είναι πόσο μεγάλο μέρος των προμηθειών θα συνδέεται με εγχώρια παραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας, έρευνα και συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού.

Εάν οι νέες δαπάνες περιοριστούν στην εισαγωγή έτοιμων οπλικών συστημάτων, το μεγαλύτερο μέρος του αναπτυξιακού οφέλους θα κατευθυνθεί εκτός Ελλάδας. Εάν, αντίθετα, συνοδευτούν από συμπαραγωγές, επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογίες διπλής χρήσης και ουσιαστική συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας, μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο παραγωγικού μετασχηματισμού.

Η Ευρώπη, επομένως, δεν καλείται απλώς να ξοδέψει περισσότερα για την άμυνά της. Καλείται να αποφασίσει εάν αυτά τα χρήματα θα αποτελέσουν έναν ακόμη δημοσιονομικό λογαριασμό ή τη βάση για μια νέα βιομηχανική και τεχνολογική πολιτική.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: