Εξάγουμε στην Γαλλία επτά φορές λιγότερο ελαιόλαδο από ότι το…Βέλγιο!

Πως και γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να δώσει υπεραξία στο Νο1 αγροτικό της προϊόν.

Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στο Παρίσι δεν σηκώνουν αμφισβήτηση. Μπορεί εσωτερικά κάποιοι να πανηγυρίζουν τις εξαγωγές-ρεκόρ του ελληνικού ελαιόλαδου, όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική και σκληρή.

Το Νο1 αγροτικό προϊόν της χώρας, παρόλο που δεκαετίες έχει εντοπισθεί το πρόβλημα, συνεχίζει να μην έχει τη δυνατότητα να προσφέρει τίποτα περισσότερο από την τιμή παραγωγού. Παραμένει ένα προϊόν που σε ποσοστό 80% εξάγεται χύδην στην Ιταλία, στερώντας πολύτιμα κεφάλαια και χιλιάδες θέσεις εργασίας (σε τυποποίηση, μεταφορές, design, marketing κ.ά.) που θα δημιουργούνταν, αν το ίδιο ελαιόλαδο εξάγονταν συσκευασμένο ως προϊόν Made in Greece.

Στην Γαλλία, για παράδειγμα, ελληνικό ελαιόλαδο μπορεί να φτάνει σε εκατομμύρια τόνους, όμως ελάχιστοι από αυτούς καταλήγουν στο ράφι ως ελληνικό προϊόν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αρχής Τελωνείων Γαλλίας, οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου είναι ισχνές στη γαλλική αγορά και η αξία τους ανήλθε το 2012 σε 4,9 εκατ. ευρώ, ενώ στην αντίστοιχη περίοδο η αξία των εξαγωγών ισπανικού ελαιολάδου ανήλθε στα 213 εκατ. ευρώ.

Όπως προκύπτει από πρόσφατα ευρωπαϊκά στοιχεία, ο Γάλλος καταναλωτής κατατάσσεται στην 9η θέση παγκοσμίως αναφορικά προς τις ποσότητες ανάλωσης ελαιολάδου. Η αγορά της Γαλλίας προσφέρει ένα ελκυστικό πεδίο για εισαγωγές από το παγκόσμιο εξαγωγικό φάσμα, δεδομένου ότι κυριαρχεί ανισομέρεια και αναντιστοιχία μεταξύ οριακής εγχώριας παραγωγής και υψηλής εγχώριας κατανάλωσης (περίπου 6.000 τόνοι ετήσια παραγωγή – 100.000 τόνοι ετήσια κατανάλωση, σύμφωνα με στοιχεία της Διεπαγγελματικής Ένωσης Ελαιοπαραγωγών Γαλλίας).

Διαβάστε ακόμη: Γ. Αυλωνίτης: Οι βασικοί πυλώνες για το rebranding της Ελλάδας

Θα μπορούσε να δικαιολογήσει κανείς τις πωλήσεις παρθένου ελαιολάδου της Ισπανίας και της Ιταλίας, καθώς είναι μεγαλύτεροι παραγωγοί, όμως ανάμεσα στις δύο πρώτες χώρες και στην Ελλάδα -που καταλαμβάνει μόλις το 1% των γαλλικών εισαγωγών σε ελαιόλαδο- παρεμβαίνουν χώρες που είτε δεν έχουν παράδοση στον κλάδο, όπως η Πορτογαλία, η οποία πραγματοποιεί υπερδιπλάσιες εξαγωγές από την χώρα μας (3,11 εκατ. ευρώ), ή ακόμη χειρότερα δεν έχουν καν παραγωγή, όπως είναι το Βέλγιο (9,5 εκατ. ευρώ). Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι οι ελληνικές εξαγωγές παρθένου ελαιόλαδου στην Γαλλία ανήλθαν το 2012 σε 1,4 εκατ. ευρώ και είναι κατά δέκα φορές χαμηλότερες από αυτές της Τυνησίας (14,3 εκατ. ευρώ).

Σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη της McKinsey & Company για την ελληνική οικονομία, το μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών ελαιολάδου στις 15 πιο σημαντικές αγορές διεθνώς αγγίζει το 8%, με την Ιταλία και την Ισπανία να κατέχουν το 92%. Η Ελλάδα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως, με εξαγωγές στη Γαλλία ύψους 399 τόνων παρθένου ελαιολάδου το 2012, ενώ η Ιταλία και η Ισπανία, αντιστοίχως, εξήγαγαν 92.000 τόνους.

Ο συγκριτικά χαμηλός όγκος εξαγωγών της Ελλάδας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιλογή των ελαιοπαραγωγών να εστιάσουν τις βλέψεις τους στην εγχώρια αγορά, δεδομένου ότι ο μεγάλος κατακερματισμός των μικρών παραγωγών απευθύνεται άμεσα στους Έλληνες καταναλωτές που καταλαμβάνουν την πρώτη θέση παγκοσμίως, με 23,1 λίτρα ετήσιας κατά κεφαλή κατανάλωσης.

Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από τη διαπίστωση ότι το ήμισυ σχεδόν της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης καλύπτεται από διακίνηση χύδην ελαιολάδου που προωθείται στον καταναλωτή απευθείας, χωρίς την παρενθήκη οργανωμένων δικτύων διανομής, χωρίς αναγκαιότητα τυποποίησης, άνευ ελέγχων και με την απώλεια δημοσιονομικού οφέλους μέσα από την αποφυγή καταβολής των προβλεπόμενων φόρων.

Κοινώς με την πολιτική ανοχή, την ανυπαρξία εσωτερικών ελεγκτικών μηχανισμών και χωρίς εθνική πολιτική ελαιόλαδου θα πανηγυρίζουμε για άλλη μία χρονιά τις εξαγωγές ρεκόρ (χύμα) ελαιόλαδου, οι οποίες σε επίπεδο παρθένου ελαιόλαδου καλύπτουν μόλις το 1,28% των συνολικών εξαγωγών. Όσο δηλαδή είναι και οι εξαγωγές μίας μεγάλης ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας.

Διαβάστε ακόμη: Τα αγροτικά προϊόντα «βασιλιάς» των ελληνικών εξαγωγών