Φαρμακοβιομηχανία: Οι αναπτυξιακές προοπτικές και ο βραχνάς του clawback

Με κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης αναμένεται να ξεκλειδώσουν σημαντικές επενδύσεις στον τομέα του φαρμάκου, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί εδώ και χρόνια.

Από τον Γιώργο Σακκά

Eνα από τα πλέον αισιόδοξα αφηγήµατα των κυβερνήσεων της προηγούµενης δεκαετίας αφορούσε στη δυναµική και την αναπτυξιακή διάσταση της ελληνικής παραγωγής φαρµάκων. Άπαντες συµφωνούσαν στη διαπίστωση ότι η συγκεκριµένη επιχειρηµατική δραστηριότητα των 32 ελληνικών βιοµηχανιών µε τα 42 εργοστάσια θα µπορούσε να αποτελέσει µια ισχυρή υπεραξία για την οικονοµία και την κοινωνία. Η παραγωγή φαρµάκων αποτελεί το 12,4% της ελληνικής µεταποίησης, ενώ απασχολεί το 65% των εργαζοµένων στον κλάδο των φαρµακευτικών εταιρειών. Επίσης, οι ελληνικές φαρµακοβιοµηχανίες υλοποιούν το 95% των συνολικών επενδύσεων στον φαρµακευτικό κλάδο. Παρ’ όλα αυτά, το µερίδιο αγοράς των ελληνικών σκευασµάτων είναι της τάξης του 20%. Επίσης, παρά την επιτυχηµένη δραστηριότητα και τη σηµαντική εξαγωγική δραστηριότητα, τα προσκόµµατα λόγω της οικονοµικής κρίσης παραµένουν.

Ο προϋπολογισµός για την υγεία φτάνει περίπου στο 8% του ΑΕΠ (χωρίς να συµπεριλάβουµε τις έκτακτες δαπάνες για τη διαχείριση του κορωνοϊού), όταν ο µέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνά το 10%. Επίσης, τα κονδύλια είναι µειωµένα σε µια δραστηριότητα που εξαρτάται από το κράτος (βασικός «πελάτης» των φαρµακευτικών είναι το Εθνικό Σύστηµα Υγείας), την ώρα που η φορολογία παραµένει υψηλή, ενώ οι φαρµακευτικές χρηµατοδοτούν ουσιαστικά το σύστηµα υγείας, καλύπτοντας περίπου το 50% του κόστους των φαρµάκων στα νοσοκοµεία και πάνω από το 30% των εξωνοσοκοµειακών φαρµάκων, µέσω των υψηλών εκπτώσεων (rebate) και των επιστροφών (clawback). Συνολικά, αυτή η επιβάρυνση προσεγγίζει τα 1,7 δισ. ευρώ, κεφάλαιο το οποίο σε µεγάλο ποσοστό αφαιρείται από νέες επενδύσεις.

Πλέον διανοίγεται µια σηµαντική προοπτική µέσω της χρηµατοδότησης που µπορεί να εξασφαλιστεί έµµεσα και άµεσα από τα κεφάλαια του Ευρωπαϊκού Ταµείου Ανάκαµψης, που έχει δηµιουργηθεί από τον µηχανισµό Recovery and Resilience Facility (Διευκόλυνση Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας), συνολικού ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ. Με κεφάλαια από το ταµείο θα «ξεκλειδώσουν» σηµαντικές επενδύσεις στον τοµέα της φαρµακοβιοµηχανίας, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί εδώ και δύο χρόνια.

Η υγειονοµική κρίση, η οποία ανέδειξε την αξία της εγχώριας φαρµακοβιοµηχανίας όχι µόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη, δηµιουργεί ένα ακόµη κίνητρο και για το εγχώριο επιχειρείν, µετά τη θεσµοθέτηση του νέου µηχανισµού στήριξης των χωρών. Η Πανελλήνια Ένωση Φαρµακοβιοµηχανίας έχει ήδη σχεδιάσει ένα ποσοτικοποιηµένο πλάνο επενδύσεων, το οποίο µπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0».

Οι νέες επενδύσεις

Πριν ακόµη από την έκρηξη της πανδηµίας, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων της σηµερινής κυβέρνησης µε τους εκπροσώπους των φαρµακευτικών για την εξεύρεση επενδυτικών κινήτρων, αλλά και τη µείωση των επιβαρύνσεων, είχε παρουσιαστεί το εν λόγω σχέδιο. Ειδικότερα, όπως δηλώνει ο πρόεδρος της ΠΕΦ, Θεόδωρος Τρύφων, η εγχώρια βιοµηχανία έχει δροµολογήσει επενδύσεις ύψους 1,2 δισ. ευρώ για την επόµενη πενταετία, οι οποίες αφορούν στην αναβάθµιση των ερευνητικών και παραγωγικών δυνατοτήτων, διασφαλίζοντας την επάρκεια της αγοράς και την πρόσβαση όλων των ασθενών σε υψηλής ποιότητας φάρµακα µε προσιτό κόστος. Την ίδια στιγµή, οι επενδύσεις αυτές θα ενισχύσουν την εξαγωγική δυναµική των ελληνικών εταιρειών. Πρόκειται για επενδύσεις που αφορούν 12 νέα εργοστάσια µε 52 νέες γραµµές παραγωγής και 17 νέα ερευνητικά κέντρα.

Θεόδωρος Τρύφων

«Η ελληνική οπτική ταυτίζεται µε την ευρωπαϊκή, γι’ αυτό και θα αναζητήσουµε κοινές λύσεις. Βέβαια, στην Ελλάδα, µαζί µε την πανδηµία είχαµε εννέα χρόνια µεγάλης ύφεσης και σηµαντικών περικοπών στον προϋπολογισµό της υγείας. Προκειµένου να οικοδοµήσουµε µια ισχυρή ευρωπαϊκή έρευνα και ανάπτυξη, έξι παράγοντες κλειδιά είναι απαραίτητοι: χρηµατοδότηση τόσο από εγχώρια όσο και από κοινοτικά κονδύλια, µεταρρυθµίσεις που παρέχουν κίνητρα για την ανάπτυξη φαρµάκων, διασφάλιση βιωσιµότητας µέσα από πολιτικές της αγοράς που ενθαρρύνουν τις επενδύσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, ενθάρρυνση της τοπικής, περιφερειακής και ευρωπαϊκής παραγωγής και fast track δοµικές µεταρρυθµίσεις. Η εγχώρια φαρµακοβιοµηχανία µπορεί να επωφεληθεί ιδιαίτερα από το Ταµείο Ανάκαµψης, το οποίο µπορεί να ξεκλειδώσει επενδύσεις άνω του ενός δισ. ευρώ» συµπληρώνει.

Το πρώτο κίνητρο που δόθηκε αφορά στον συµψηφισµό, σε ετήσια βάση, των επενδυτικών κονδυλίων των φαρµακευτικών εταιρειών σε παραγωγική δραστηριότητα, καθώς και σε Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D), µε τις επιβαρύνσεις σε clawback. Το ποσό αυτό έχει προσδιοριστεί στα 50 εκατ. ευρώ για το 2019, καθώς αφορούσε µόνο σε επενδυτικά σχέδια του δευτέρου εξαµήνου και σε 100 εκατ. ευρώ για το 2021 και το 2022. Σύµφωνα µε την αγορά, το κίνητρο αυτό είναι σχετικά µικρό και θα έπρεπε σταδιακά και κλιµακωτά να αυξάνεται κάθε χρόνο. Μάλιστα, ήδη από το τέλος του 2020 η φαρµακοβιοµηχανία µε βάση τις δικές της µελέτες αναφερόταν σε επενδύσεις οι οποίες θα µπορούσαν το διάστηµα 2019-2024 να φτάνουν το 1,5 δισ. ευρώ.

Ο «σκόπελος» του clawback

Απόλυτη επιβεβαίωση της ρήσης «ουδέν µονιµότερο του προσωρινού» αποτελεί η επιβολή του δηµοσιονοµικού µέτρου προφύλαξης του κρατικού προϋπολογισµού από την εκτόξευση των δαπανών για την υγεία και δη της κατανάλωσης φαρµάκων. Η αυτόµατη επιστροφή της υπέρβασης της φαρµακευτικής δαπάνης εισήχθη το 2012 στην εξωνοσοκοµειακή δαπάνη και επρόκειτο να έχει προσωρινό χαρακτήρα, επιδιώκοντας να «εξορθολογίσει» τη φαρµακευτική δαπάνη, η οποία είχε εκτοξευθεί τα προηγούµενα χρόνια. Στην πορεία, βέβαια, το µέτρο επεκτάθηκε και στη νοσοκοµειακή φαρµακευτική δαπάνη (το 2016), και η πορεία του είναι τη τελευταία δεκαετία σταθερά ανοδική. Με τροπολογία του υπουργείου Οικονοµικών τον Σεπτέµβριο του 2021, η οποία κατατέθηκε σε νοµοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας, το µέτρο παρατείνεται έως το 2025.

Η εκτίναξη του ποσού του clawback και οι παρενέργειές του κατέστησαν σαφές πως ο εξορθολογισµός της δαπάνης και του µέτρου είναι απαραίτητα, αφού ο προϋπολογισµόε του φαρµάκου καθίσταται πλέον µη βιώσιµος. Αρχικά, όµως, οι παρεµβάσεις περιορίζονταν σε µειώσεις τιµών, που όπως απεδείχθη δεν κατάφεραν να κάµψουν την υπέρβαση της δαπάνης, καθώς οι όγκοι παρέµειναν αυξηµένοι και η υποκατάσταση, δηλαδή η αντικατάσταση φθηνών και καθιερωµένων φαρµάκων, που αποσύρονταν γιατί η κυκλοφορία τους ήταν ασύµφορη, µε ακριβότερες θεραπείες, δυναµίτιζαν τις προσπάθειες. Διαρθρωτικά εργαλεία, όπως τα πρωτόκολλα, εφαρµόστηκαν µε περιορισµούς ή αποσπασµατικά και άλλα µέτρα, όπως το «επενδυτικό clawback» και η εξαίρεση εµβολίων από τη δαπάνη, φαίνεται πως ελάχιστα βελτίωσαν την κατάσταση.

Ο νέος υπουργός Υγείας, Θάνος Πλεύρης, δεν διστάζει να µιλήσει για υπερβολικά clawback που πρέπει να εξαλειφθούν, αφού πρώτα υπάρξουν όλες οι διαρθρωτικές αλλαγές. Η αρχική κουβέντα, κατά τον υπουργό, είναι «να ελέγξουµε την κατανάλωση και να πάρουµε τα διαρθρωτικά µέτρα εκείνα, ώστε τα φάρµακα που καταναλώνονται να αντιστοιχούν στις πραγµατικές ανάγκες των πολιτών και των ασθενών».

Η ίδια η δαπάνη έχει παραµείνει, µε ελάχιστες αποκλίσεις, σταθερή, ωστόσο το ποσό του clawback αυξάνεται διαρκώς, φθάνοντας το 2020 τα 796 εκατ. ευρώ για την εξωνοσοκοµειακή δαπάνη. Μάλιστα, το σχετικό γράφηµα του ΙΟΒΕ µαρτυρά πως η συνολική εξωνοσοκοµειακή δαπάνη το περασµένο έτος είναι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο µε τη συνολική δαπάνη του 2012, πρώτη χρονιά εφαρµογής του clawback, που ανήλθε σε 79 εκατ. ευρώ. Τότε η δηµόσια εξωνοσοκοµειακή φαρµακευτική δαπάνη ήταν στα 2,880 δισ. ευρώ, ενώ τα rebate είχαν ανέλθει σε 193 εκατ. ευρώ.

Μπορεί ο µεγαλύτερος «πονοκέφαλος» τα προηγούµενα χρόνια να πήγαζε από την εξωνοσοκοµειακή δαπάνη, ωστόσο εφέτος η συζήτηση και ο προβληµατισµός κινούνται γύρω από τη σηµαντική άνοδο που καταγράφει η νοσοκοµειακή δαπάνη του 2020, στην αύξηση της οποίας φέρεται να έχει συνεισφέρει και η πίεση στις ΜΕΘ λόγω COVID-19. Η υπέρβαση της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης το 2020, δηλαδή το clawback που θα καταβάλουν οι εταιρείες, αγγίζει το ύψος της δηµόσιας δαπάνης. Δηλαδή, η συνολική δαπάνη σχεδόν διπλασιάζεται λόγω του υπέρογκου clawback. Συγκεκριµένα, ο δηµόσιος προϋπολογισµός ανέρχεται στα 513 εκατ. ευρώ για Νοσοκοµεία ΕΣΥ και ΠΝΘ Παπαγεωργίου (στοιχείο ΙΟΒΕ), ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν πως το clawback για το νοσοκοµειακό φάρµακο θα κλείσει στα 474 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε πάνω από 206 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάµηνο και πάνω από 268 το δεύτερο εξάµηνο! Θυµίζουµε ότι, λόγω τεχνικών ζητηµάτων, δεν κατάφεραν να εφαρµοστούν στη δαπάνη του 2021 οι εκπτώσεις που επιτεύχθηκαν µε τις διαπραγµατεύσεις και µε ρύθµιση προβλέφθηκε η µεταφορά τους το επόµενο έτος. Τι θα σηµάνει αυτό για τη φετινή δαπάνη µένει να φανεί. Την ίδια ώρα βέβαια, οι διαγωνισµοί για προµήθεια φαρµάκων στα νοσοκοµεία γίνονται µε το σταγονόµετρο, όταν γίνονται.

Δεσμεύσεις μείωσης του clawback

Οι επιπτώσεις του χρονίζοντος προβλήµατος της υπέρβασης της φαρµακευτικής δαπάνης αύξησαν την πίεση για την επίλυσή του. Ο εξορθολογισµός του clawback εντάχθηκε στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαµψης και Ανασυγκρότησης και στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που προκύπτουν έπρεπε να θεσµοθετηθούν οι προβλέψεις των ποσών αποµείωσης από το 2022 και µετά.

Η τροπολογία του υπουργείου Οικονοµικών προβλέπει, λοιπόν, πως «στην περίπτωση που το ύψος της αυτόµατης επιστροφής (clawback) της φαρµακευτικής δαπάνης, της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης των φαρµακείων του ΕΟΠΥΥ, καθώς και της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης των νοσοκοµείων του ΕΣΥ και του ΓΝΘ Παπαγεωργίου, για το έτος 2022, παρουσιάσει αύξηση σε σχέση µε το συνολικό ύψος της αυτόµατης επιστροφής της αντίστοιχης δαπάνης του έτους 2020, τα ετήσια συνολικά όρια της φαρµακευτικής δαπάνης και της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης των φαρµακείων του ΕΟΠΥΥ, το νοσοκοµείων του ΕΣΥ και του ΓΝΘ Παπαγεωργίου για το έτος 2022 προσαυξάνονται κατά το ποσό των 50 εκατ. ευρώ». Ενώ, «στην περίπτωση που το συνολικό ύψος της αυτόµατης επιστροφής (clawback) της φαρµακευτικής δαπάνης, της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης των φαρµακείων του ΕΟΠΥΥ, καθώς και της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης των νοσοκοµείων του ΕΣΥ και του ΓΝΘ Παπαγεωργίου για το 2022 παρουσιάζει, µε βάση τα απολογιστικά στοιχεία, µείωση µικρότερη από 50 εκατ. ευρώ σε σχέση µε το συνολικό ύψος της αυτόµατης επιστροφής της αντίστοιχης δαπάνης του 2020, τα αντίστοιχα ετήσια συνολικά όρια της φαρµακευτικής δαπάνης και της νοσοκοµειακής φαρµακευτικής δαπάνης των φαρµακείων του ΕΟΠΥΥ, το νοσοκοµείο του ΕΣΥ και του ΓΝΘ Παπαγεωργίου προσαυξάνονται κατά τη διαφορά που προκύπτει ανάµεσα στον στόχο µείωσης των 50 εκατ. ευρώ και στην πραγµατική µείωση του ύψους της αυτόµατης επιστροφής».

Βάση του υπολογισµού της αποµείωσης του ύψους του clawback για τα έτη 2022-2025 θα αποτελεί η δαπάνη του 2020 και θα κλιµακώνεται από τα 50 εκατοµµύρια το 2022, στα 150 εκατ. ευρώ το 2023, 300 εκατ. ευρώ το 2024 και 400 εκατ. ευρώ το 2025. Πώς θα επιτευχθεί, όµως, η µείωση αυτή δεν έχει αποσαφηνιστεί. Γι’ αυτό και στελέχη της αγοράς εκφράζουν ανησυχία κατά πόσο θα αποτελεί ρεαλιστική µείωση ή απλά µετακύλιση του προβλήµατος σε άλλα πεδία, όπως η επιβάρυνση του rebate. Αν και είναι αποδεκτή από όλους η σηµασία λήψης γενναίων αποφάσεων, µε προτεραιοποίηση των αναγκών και ρεαλιστικές προσεγγίσεις, εκτιµάται ότι µια κάποια ενίσχυση του φαρµακευτικού προϋπολογισµού θα είναι αναπόφευκτη.

Όρια δαπανών 2020-2022 και σύνδεση µε το ΑΕΠ

H τροπολογία του υπουργείου Οικονοµικών προσδιόρισε τα όρια των δαπανών του ΕΟΠΥΥ για τα έτη 2020-2022 ως εξής:

  • Φαρμακευτική δαπάνη ύψους 2.088 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 87 εκατ. ευρώ για τη νοσοκομειακή δαπάνη των φαρμακείων του ΕΟΠΠΥ, δηλαδή τα φάρμακα υψηλού κόστους του καταλόγου 1Α, και 2.001 εκατ. ευρώ για τη λοιπή φαρμακευτική δαπάνη του ΕΟΠΠΥ.
  • Δαπάνη υπηρεσιών υγείας ύψους 1.553 εκατ. ευρώ, ειδικά για τα έτη 2020 – 2022.
  • Το όριο της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης των νοσοκομείων του ΕΣΥ και του ΠΝΘ «Παπαγεωργίου» ορίζεται σε 528 εκατομμύρια ευρώ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε νομοθετήσει τη σύνδεση της φαρμακευτικής δαπάνης με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Η εφαρμογή αυτής της πρόβλεψης ενεργοποιείται με την τροπολογία από το 2023. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι
    για τα έτη 2023 – 2025 τα επιτρεπόμενα όρια δαπανών για τη φαρμακευτική δαπάνη και τη δαπάνη υπηρεσιών υγείας αναπροσαρμόζονται αποκλειστικά βάσει της προβλεπόμενης κατ’ έτος μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, όπως αυτή απεικονίζεται στον προϋπολογισμό. Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες υλοποιούν το 95% των συνολικών επενδύσεων στον κλάδο. Ο νέος Υπουργός Υγείας, Θάνος Πλεύρης (αριστερά), δεν διστάζει να μιλήσει για υπερβολικά clawback που πρέπει να εξαλειφθούν. Ο πρόεδρος της ΠΕΦ, Θεόδωρος Τρύφων, αναφέρει ότι η εγχώρια βιομηχανία φαρμάκου έχει δρομολογήσει επενδύσεις ύψους 1,2 δισ. ευρώ για την επόμενη πενταετία.

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το νέο τεύχος του Fortune Greece που κυκλοφορεί στα περίπτερα.