H πρόβλεψη – «σοκ» της Morgan Stanley για την Ελλάδα και τα σενάρια νέας «αναδιάρθρωσης» χρέους

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σε ζοφερές εκτιμήσεις προχώρησε χθες η επενδυτική τράπεζα Morgan Stanley, που προβλέπει ότι η επιστροφή του ελληνικού ΑΕΠ όπως και άλλων οικονομιών του Ευρωπαϊκού νότου δεν πρόκειται να καταγραφεί πριν το 2022.

Με αυτή την βάση, όπως εκτιμά, φέτος η ύφεση θα φτάσει το 13,3%, έναντι 10,8% της Ευρωζώνη, ενώ σε περίπτωση δεύτερου κύκλου ή επιδείνωσης της κατάστασης μπορεί να αγγίξει ακόμα και το 21,3%, ενώ για την Ευρωζώνη η ύφεση θα φτάσει και το 19,3%.

Ειδικά για την Ελλάδα σημειώνει μπαίνει σε αυτήν την κρίση με ένα πολύ υψηλό απόθεμα χρέους -σχεδόν στο 180% του ΑΕΠ- και η επενδυτική τράπεζα εκτιμά ότι το χρέος θα αυξηθεί σε περίπου 205% έως τα τέλη του 2021.

Σε σύγκριση με την υπόλοιπη περιφέρεια ωστόσο, το προφίλ χρέους της Ελλάδας έχει δύο σημαντικούς παράγοντες:

Το μεγαλύτερο μέρος του είναι δάνεια της ΕΕ, τα οποία έχουν πολύ μεγάλη διάρκεια με πολύ χαμηλό κόστος δανεισμού, ενώ το κόστος χρέους της Ελλάδας ήταν περίπου 1,6% το 2019. Σύμφωνα με την εκτίμηση της M.S. το ελληνικό χρέος θα σταθεροποιηθεί με ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 1,5% ετησίως και με ένα πρωτογενές πλεόνασμα 0,5%.

Ένας ακόμη παράγοντας ο οποίος σύμφωνα με την επενδυτική τράπεζα προμηνύει μια αρνητική πορεία για την Ελλάδα είναι και το γεγονός ότι η Ελλάδα έμεινε από το 2017 σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Συγκεκριμένα τα τελευταία πέντε χρόνια, η ονομαστική ανάπτυξη ήταν κατά μέσο όρο περίπου 1% ετησίως και 2% ετησίως τα τελευταία δύο.

Υποθέτοντας ότι η Ελλάδα επιστρέφει στην πορεία ανάπτυξης προ Covid-19, η υψηλή επιβάρυνση του χρέους συνεπάγεται ότι η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει να «τρέχει» σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα για να μειώσει το χρέος, παρόλο που ήδη πριν από την κρίση η πολιτική πίεση για να μειωθεί ο στόχος του 3,5% ήταν έντονη, υποδεικνύοντας το μέγεθος των μελλοντικών προκλήσεων για την οικονομία.

«Αναδιάρθρωση» χρέους και ηπιότερη ύφεση βλέπει η Oxford Economics

Εκτίμηση για χαμηλότερη ύφεση 6% κάνει η Oxford Economics για την Ελλάδα το 2020, ενώ σημειώνει πως μπορεί να είναι πολύ βαθύτερη εάν τα περιοριστικά μέτρα μειωθούν με πολύ αργούς ρυθμούς.

Παράλληλα εκτιμά πως η πιθανότητα για αναβάθμιση της Ελλάδας από τους οίκους φέτος έχει βγει εντελώς από το «τραπέζι», ενώ παρά τη στήριξη από το QE της ΕΚΤ, το ελληνικό χρέος θα παραμείνει επικίνδυνα υψηλό, κάτι που θα οδηγήσει σε αναγκαστική νέα αναδιάρθρωσή του.

Η οικονομική ζημιά αναμένεται να στείλει τον δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ από το 179% σε περίπου 186% το 2020.

Η κατάσταση θα ήταν πολύ χειρότερη αν δεν υπήρχε το»μαξιλάρι» ρευστότητας της κυβέρνησης, περίπου 20 δισ. ευρώ (με επιπλέον 15,7 δισ. ευρώ από τον ESM) και αν και μεγάλο μέρος αυτών των αποθεματικών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό φέτος και να περιοριστεί η αύξηση του δημόσιου χρέους, η κυβέρνηση θα προσέξει να μην εξαντλήσει πλήρως πόσο.

Σύμφωνα με την Oxford Economics, κάτι τέτοιο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις αποδόσεις των ομολόγων και να τα κάνει ιδιαίτερα ευάλωτα στο μέλλον.