Οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν όσο θα έπρεπε σε τεχνολογικό εξοπλισμό και κυβερνοασφάλεια

pixabay.com

Έρευνα της Lenovo αναδεικνύει τις “ψηφιακές παθογένειες” που έφερε στην επιφάνεια ο covid19.

Η φράση «Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού» φαίνεται να ταιριάζει γάντι στον χώρο των επιχειρήσεων, αφού οι αλλαγές που έφερε ο κορωνοϊός στον τρόπο λειτουργίας τους εγγράφηκαν στο DNA τους και θα συνεχίσουν να υφίστανται και την επόμενη μέρα.

Η ευελιξία κινήσεων που προσφέρει στους εργαζόμενους η εργασία εξ αποστάσεως κάνει τις διοικήσεις των εταιρειών να σκέφτονται να υιοθετήσουν ένα υβριδικό μοντέλο απασχόλησης όπου κάποιοι θα συνεχίσουν να εργάζονται μακριά από το γραφείο ενώ κάποιοι θα έχουν φυσική παρουσία σε αυτό.

Σύμφωνα με έρευνα που εκπόνησε η  Focus Bari για λογαριασμό της Lenovo, του κορυφαίου κατασκευαστή προσωπικών υπολογιστών παγκοσμίως, με τίτλο «Leading The Way Forward: Digital Transformation & Security in the Covid-19 era», το 41% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν σε αυτή δήλωσε ότι και μετά το τέλος της πανδημίας θα έχει τουλάχιστον έναν εξ αποστάσεως υπάλληλο, ενώ θεωρεί ότι κατά μέσο όρο το ποσοστό αυτό θα φθάσει στο 22,2%. Αξίζει δε να επισημανθεί πως μόνο το 17% των εταιρειών δηλώνει πως δεν θα συνεχίσει να εφαρμόζει την εξ αποστάσεως εργασία.

Η έρευνα διεξήχθη το δίμηνο Ιουνίου-Ιουλίου 2020, εξετάζοντας ένα  αντιπροσωπευτικό δείγμα 300 επιχειρήσεων από όλη την Ελλάδα, στο οποίο συμμετείχαν υψηλόβαθμα στελέχη και υπεύθυνοι για την προμήθεια εξοπλισμού πληροφορικής.

Εστιάζοντας στο το πώς το lockdown επηρέασε τις ελληνικές επιχειρήσεις στο θέμα της εργασίας εξ αποστάσεως, η έρευνα αποκαλύπτει πως  προ της πανδημίας, το 38% εξ αυτών είχε τουλάχιστον έναν εργαζόμενο που εργαζόταν από απόσταση, ποσοστό το οποίο άγγιξε το 58% όταν η υγειονομική κρίση έκανε αισθητή την παρουσία της.

Στην έρευνα επισημαίνεται ότι οι σταθεροί υπολογιστές συνέχισαν να έχουν την πρωτοκαθεδρία στη χρήση, ενώ αναβαθμίσεις πραγματοποιούνται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Δυστυχώς στην πλειονότητά τους οι ελληνικές επιχειρήσεις δείχνουν να μην επενδύουν σταθερά στην αναβάθμιση του τεχνολογικού εξοπλισμού τους, τη στιγμή που η 4η βιομηχανική επανάσταση βρίσκεται, παγκοσμίως, εν εξελίξει. Ειδικότερα, το 58% αναγνωρίζει ότι προχωρά σε ανανέωση και αναβάθμιση μόνο όταν κριθεί απαραίτητο. Το 17% απάντησε ότι προχωρά σε αναβάθμιση κάθε 5 χρόνια, το 5% κάθε 4 χρόνια, το 9% κάθε τρία χρόνια, το 7% κάθε δύο χρόνια και το 5% κάθε χρόνο. Στον αντίποδα βρίσκονται οι μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν σταθερή πολιτική αναβάθμισης του τεχνολογικού τους εξοπλισμού.

Ανησυχητικό είναι δε πως το 80% του δείγματος που συμμετείχε στην έρευνα, απάντησε πως δεν έχει προχωρήσει σε κάποια αναβάθμιση του τεχνολογικού εξοπλισμού τα τελευταία τρία χρόνια. Μάλιστα το 18% αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αναβάθμιση το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη διεξαγωγή της έρευνας, δηλαδή κατά την περίοδο του lockdown. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 33% των πολύ μεγάλων (200+ χρήστες) και των μεγάλων (51-200 χρήστες) αναβάθμισε τον εξοπλισμό το τελευταίο τρίμηνο.

Ως προς τον εξοπλισμό που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, το 35% των ελληνικών επιχειρήσεων δήλωσε ότι επέτρεψε στους εργαζόμενους να χρησιμοποιήσουν τον δικό τους υπολογιστή, ενώ το 19% μετέφερε τους σταθερούς υπολογιστές των εργαζομένων από το γραφείο στο σπίτι τους. Το 17% χρησιμοποίησε υπολογιστές που είχε ήδη στην αποθήκη του, ενώ το 16% προχώρησε στην προμήθεια νέων υπολογιστών και το 3% αγόρασε refurbished μηχανήματα.

Ο φόβος της ασφάλειας των ψηφιακών δεδομένων

Όσο περισσότερο ψηφιοποιούνται οι διαδικασίες στο εσωτερικό μιας επιχείρησης, τόσο αυξάνεται και ο φόβος για την ψηφιακή ασφάλεια των εταιρικών δεδομένων. Ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων δηλώνει ότι ανησυχεί για το επίπεδο της κυβερνοασφάλειας, καθώς στο παρελθόν τα πληροφοριακά του συστήματα έχουν βρεθεί στο στόχαστρο επιθέσεων.

Μολονότι τα στελέχη αισθάνονται μέτρια ικανοποίηση για το επίπεδο των υποδομών των εταιρειών τους και τα μέτρα που αυτές λαμβάνουν, εντούτοις ένας σημαντικός αριθμός εταιρειών σκοπεύει να διατηρήσει το μοντέλο της τηλεργασίας, επιτρέποντας στους εργαζόμενους να χρησιμοποιήσουν τον δικό τους υπολογιστή, όπως ακριβώς συνέβη και κατά τη διάρκεια του lockdown.

Το 24% των εταιρειών του δείγματος δήλωσε ότι τα τελευταία δύο χρόνια αντιμετώπισε κάποιο περιστατικό παραβίασης της ασφάλειας των συστημάτων του, είτε από εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού, είτε από κλοπή υπολογιστή.

Όσον αφορά τις μεγαλύτερες προκλήσεις σε επίπεδο κυβερνοασφάλειας, είναι η περιορισμένη γνώση του προσωπικού για τους κινδύνους (54%), η αδυναμία να είναι συνεχώς ενημερωμένοι στους πιθανούς κινδύνους οι ειδικοί στα συστήματα ασφαλείας (48%), αλλά και το υψηλό κόστος των σχετικών προγραμμάτων (44%).

Στις σημαντικότερες απειλές περιλαμβάνονται οι ιοί, τα κακόβουλα λογισμικά, τα λάθη από τους χρήστες, το spyware, η μόλυνση συσκευών μέσω USB, αλλά και η διαρροή/κλοπή πληροφοριών. Ταυτόχρονα, η τακτική ενημέρωση του λογισμικού (90%), η αναβάθμιση υπολογιστών με ενσωματωμένη προστασία (60%), ο περιορισμός πρόσβασης στο δίκτυο (59%) και η συχνή επιμόρφωση των χρηστών (55%) είναι οι πιο δημοφιλείς ενέργειες προστασίας.