Οι Γερμανοί δεν θέλουν «πολιτικά τζάκια»

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η απερχόμενη καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ήταν κόρη ευαγγελικού πάστορα και μεγάλωσε στην αραιοκατοικημένη επαρχία Ούκερμαρκ της Ανατολικής Γερμανίας. Η αριστεία στο σχολείο ήταν για τη νεαρή Άνγκελα το πρώτο εφαλτήριο για την κοινωνική καταξίωση. Στο γυμνάσιο συμμετείχε με επιτυχία σε Μαθηματικές Ολυμπιάδες, μία φορά αναδείχθηκε «καλύτερη μαθήτρια σε όλη τη χώρα» στο μάθημα της ρωσικής γλώσσας, ενώ το 1972 αποφοίτησε με άριστα και έγινε αμέσως δεκτή στη Φυσικομαθηματική Σχολή του πανεπιστημίου της Λειψίας. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της το 1986 με διδακτορική εργασία στην κβαντική θεωρία. Αλλά και στο πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το περιοδικό DER SPIEGEL, είχε εξαιρετικούς βαθμούς σε όλα τα μαθήματα, με εξαίρεση τον …Μαρξισμό-Λενινισμό.

Αυτό το τελευταίο δεν την έβλαψε καθόλου, μάλλον το αντίθετο συνέβη: στις ταραγμένες εποχές μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος η Μέρκελ εντάχθηκε στην οργάνωση Δημοκρατική Αφύπνιση (Demokratischer Aufbruch) και λίγο αργότερα στο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας. Αρχίζει την πολιτική σταδιοδρομία της το 1990 ως αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος στην κυβέρνηση του Λόταρ ντε Μεζιέρ, του πρώτου και τελευταίου δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ). Αμέσως την ξεχωρίζει ο Χέλμουτ Κολ και το 1991 της αναθέτει το υπουργείο Οικογενειακών Υποθέσεων. Κάποιοι θέλησαν να υποτιμήσουν την Άνγκελα Μέρκελ αποδίδοντας ή αναπαράγοντας το παρατσούκλι «κορίτσι του Κολ», αλλά γρήγορα το μετάνιωσαν. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Για τον βιογράφο της, Ραλφ Μπόρμαν, το μεγάλο στοίχημα της Μέρκελ ήταν «να καταλάβει τον πολιτικό χώρο του Κέντρου και να εδραιώσει την πολιτιστική ηγεμονία του».

Ο καγκελάριος που έβγαλε νυχτερινό γυμνάσιο

Ο προκάτοχός της στην καγκελαρία, ο σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ, είχε μεγαλώσει στην πλούσια Δυτική Γερμανία, αλλά σε αντίξοες συνθήκες. Δεν γνώρισε τον πατέρα του, ο οποίος το 1944 σκοτώθηκε στον πόλεμο, κάπου στη Ρουμανία. Η μητέρα του θα κάνει δύο δουλειές, βάρδια στο εργοστάσιο και καθαρίστρια σε σπίτια, για να μεγαλώσει το παιδί της. Ο μικρός Γκέρχαρντ προορίζεται για πωλητής, αλλά το 1962, παράλληλα με την πρώτη του δουλειά σε κατάστημα σιδηρικών, γράφεται σε νυχτερινό γυμνάσιο. Παίρνει το απολυτήριό του και σε λίγα χρόνια θα αποφοιτήσει από τη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν. Εκλέγεται πρόεδρος της σοσιαλδημοκρατικής νεολαίας. Καταξιώνεται επαγγελματικά ως δικηγόρος. Ακολουθούν εσωκομματικές συγκρούσεις, κορυφαία πολιτικά αξιώματα και …πέντε γάμοι.

Οι βιογράφοι του ενθουσιάζονται από τις ανθρώπινες στιγμές του. Ο καθηγητής Ιστορίας Γκρέγκορ Σέλγκεν έγραψε για τον Σρέντερ ένα κολοσσιαίο έργο 1.038 σελίδων, στο οποίο παραθέτει ακόμη και ανταλλαγές σημειωμάτων με τις γραμματείς του. Όπως το 2005, μετά από ενθουσιώδη ομιλία στο συνέδριο του SPD, όταν η γραμματέας του, Ζίγκριντ Ζέλγκεν, του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε «Υπέροχη ομιλία» και εκείνος της επέστρεψε το σημείωμα, γράφοντας: «Αγαπητή Ζίγκριντ, μπορείς σε παρακαλώ να μου βρεις ένα ποτήρι γεμάτο με λευκό κρασί, αλλά έτσι ώστε να μην φαίνεται;» Αυτά είναι βέβαια λεπτομέρειες. Αυτό που μένει στην ιστορία είναι ότι, στις εκλογές του 1998, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ θα καταφέρει να εκθρονίσει τον εμβληματικό «καγκελάριο της γερμανικής επανένωσης», τον Χέλμουτ Κολ. 

O ίδιος ο Κολ καταγόταν από μία συντηρητική, καθολική οικογένεια του Παλατινάτου. Ο πατέρας του, ο Χανς Κολ, είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σχολείο στα 14 χρόνια του. Για να ζήσει την οικογένειά του αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό, αλλά αργότερα προσελήφθη ως υπάλληλος στο υπουργείο Οικονομικών. Τον Ιούλιο του 1945, αμέσως μετά τον πόλεμο, ο 15χρονος Χέλμουτ Κολ έλεγε ότι θα γίνει …αγρότης. Ήταν η εποχή που οι Γάλλοι στρατιώτες είχαν καταλάβει το Παλατινάτο, μειώνοντας στα 200 γραμμάρια την ημερήσια ποσότητα ψωμιού που διένειμαν με δελτίο. Στα μάτια των παιδιών οι αγρότες ήταν πάμπλουτοι για τα δεδομένα της εποχής. Τελικά ο νεαρός Κολ άλλαξε γνώμη, τελείωσε το γυμνάσιο και σπούδασε Ιστορία στη Χαϊδελβέργη. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε ενταχθεί στο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα (CDU) και το 1969 εξελέγη πρωθυπουργός στο κρατίδιο Ρηνανία-Παλατινάτο. Η πολιτική σταδιοδρομία του είχε πάρει τον δρόμο της. Επί δεκαέξι χρόνια οι σχολιαστές του περιοδικού DER SPIEGEL θα γράφουν μία φορά τον μήνα ότι «ο Κολ έχει τελειώσει πολιτικά», αλλά εκείνος θα τους διαψεύδει. Υποδειγματική η συνεργασία του στην Ευρώπη με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Μιτεράν, για τον οποίο ο Κολ θα κάνει την εξής αινιγματική δήλωση: «Δεν ξέρω τι ακριβώς σκέπτεται, αλλά πάντως κι εγώ το ίδιο σκέπτομαι».   

Κάτοχος Νόμπελ …αγνώστου πατρός

Ακόμη πιο ασυνήθιστο ήταν το βιογραφικό του Βίλλυ Μπραντ, του πρώτου καγκελάριου που τιμήθηκε με Νόμπελ Ειρήνης για την αποκαλούμενη «Όστπολιτικ», μία απόπειρα προσέγγισης του ανατολικού μπλοκ σε εποχές Ψυχρού Πολέμου. Ο Μπραντ γεννήθηκε το 1913 εκτός γάμου σε μια εργατική οικογένεια της πόλης Λίμπεκ με το όνομα Χέρμπερτ Φραμ. Ο πατέρας εξαφανίστηκε, ο μικρός χαρακτηρίστηκε «αγνώστου πατρός», η μητέρα δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί του, ο παππούς εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού. Από τα εφηβικά του χρόνια εντάσσεται στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) και το 1933, μετά την επικράτηση των ναζί, ο νεαρός Χέρμπερτ Φραμ θα υιοθετήσει το όνομα Βίλλυ Μπραντ και θα διαφύγει με ψαρόβαρκα στη Δανία και από εκεί στη Νορβηγία. Μοναδικό εφόδιο: ένα χαρτζιλίκι 100 μάρκων που είχε συγκεντρώσει ο παππούς του. Ο θρύλος λέει ότι οι ψαράδες, «μιλημένοι» με τους σοσιαλδημοκράτες, είχαν κρύψει τον μικρό στο αμπάρι, κάτω από τις ψαροκασέλες. «Πατρίδα είναι εκεί που αισθάνεσαι ελεύθερος» θα αποφανθεί ο Βίλλυ Μπραντ μετά από πολλά χρόνια.

Στη Νορβηγία μαθαίνει γρήγορα τη γλώσσα, αναλαμβάνει κομματικές αποστολές, εργάζεται ως δημοσιογράφος. Αργότερα οι πολιτικοί του αντίπαλοι θα τον κατηγορήσουν γιατί διέφυγε στη Σκανδιναβία, γιατί δέχθηκε τη νορβηγική υπηκοότητα, γιατί γεννήθηκε εκτός γάμου. Όμως στα τέλη της δεκαετίας του ’60 θα πνεύσει διαφορετικός άνεμος στη Γερμανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το 1969 ο Βίλλυ Μπραντ θα εκλεγεί καγκελάριος με μία προγραμματική δήλωση που θα μείνει στην ιστορία: «Ας τολμήσουμε περισσότερη Δημοκρατία».

Οι τρεις νέοι διεκδικητές

Αυτά για το πρόσφατο παρελθόν. Αλλά ούτε και οι τρεις νέοι διεκδικητές της καγκελαρίας προέρχονται από πολιτικό «τζάκι». Ο χριστιανοδημοκράτης Άρμιν Λάσετ μεγάλωσε στο Άαχεν, ο πατέρας του ήταν ανθρακωρύχος και η μητέρα του νοικοκυρά. Οι σπουδές Νομικής στη Βόννη και στο Μόναχο, αλλά και η ενεργός συμμετοχή στην καθολική ενορία της γειτονιάς του ήταν το εφαλτήριο για να μπει στην πολιτική με την εκλογή του στο δημοτικό συμβούλιο το 1989. Ήταν ο νεότερος σε ηλικία δημοτικός σύμβουλος που είχε εκλεγεί μέχρι την εποχή εκείνη.

Ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς μεγάλωσε στο Αμβούργο και σπούδασε Νομικά. Οι γονείς του εργάζονταν στον κλάδο της υφαντουργίας. Σύμφωνα με την οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt στα φοιτητικά του χρόνια ήταν ένθερμος μαρξιστής και συχνά αρθρογραφούσε, στηλιτεύοντας «τον ιμπεριαλισμό του ΝΑΤΟ» και «το μεγάλο κεφάλαιο». Τέλος, η υποψήφια των Πρασίνων Αναλένα Μπέρμποκ μεγάλωσε σε ένα χωριό κοντά στο Ανόβερο, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και έχει δύο κόρες, 5 και 9 χρονών.. Εάν εκλεγεί καγκελάριος, ο σύζυγός της, Ντάνιελ Χόλεφλαϊς, θα είναι ο πρώτος «first husband» στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Γερμανίας που θα πάρει γονική άδεια για να προσέχει τα παιδιά, ώστε η ίδια να αφοσιωθεί στα καθήκοντά της.     

Πηγή: Deutsche Welle