Η «μάχη» για το τσίπουρο και την τσικουδιά: Τι λένε οι παραγωγοί για αλλαγές στη νομοθεσία και χύμα προϊόντα

Παράγοντες της αγοράς μιλούν για την άνθιση μιας παραοικονομίας που έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των καταναλωτών.

Απογοητευτικά είναι τα ευρήματα των πρόσφατων ελέγχων που πραγματοποίησε η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, όπου διαπιστώθηκαν δεκάδες παραβάσεις της εμπορίας τσίπουρου, θέτοντας επί τάπητος ένα θέμα που κανείς δεν άγγιζε ως τώρα.

Μάλιστα ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος εξέφρασε την ικανοποίηση του για τους ελέγχους στα προϊόντα απόσταξης (τσίπουρο, τσικουδιά), επισημαίνοντας την ανάγκη να προστατευθεί η δημόσια υγεία αλλά και η γεωγραφική ένδειξη των προϊόντων. Βασική του θέση είναι πως η προστασία των καταναλωτών αλλά και αυτή των γεωγραφικών ενδείξεων Τσίπουρο/Τσικουδιά είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη του κλάδου της αποσταγματοποιίας και ποτοποιίας με ενίσχυση των επενδύσεων και βέβαια ενίσχυση των δημοσίων εσόδων μέσω των ειδικών φόρων κατανάλωσης και των εξαγωγών

«Εφαρμόζουμε την νομοθεσία που θέλει το τσίπουρο και την τσικουδιά, ως προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης, να πωλούνται συσκευασμένα, πληρώντας όλες τις προϋποθέσεις και τα standards που ισχύουν διεθνώς. Εστιάζουμε στην αποτελεσματική λειτουργία του ελεγκτικού μηχανισμού και δίνουμε έμφαση στην προστασία των εμπορικών σημάτων» αναφέρει στο fortunegreece.com ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή, Πάνος Σταμπουλίδης.

Το πιο σημαντικό για τον κ. Σταμπουλίδη είναι ο καταναλωτής να γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζει και τι βάζει στο τραπέζι του, ενώ είναι κατηγορηματικός όταν λέει ότι η ασφάλεια και τα υψηλά επίπεδα ποιότητας δεν μπορούν να επιτευχθούν από μη επαγγελματίες που έχουν απλώς άδειες διήμερης απόσταξης μικρών παραγωγών.

Η μεγαλύτερη ανησυχία και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος «βραχνάς» για το Υπουργείο Ανάπτυξης δεν παύει να είναι η χαρτογράφηση μιας αγοράς που εδώ και δεκαετίες παραμένει αχαρτογράφητη. Από τους 51.439 κατόχους αδειών διήμερης απόσταξης μικρών παραγωγών,  οι 47.771 δηλώνουν ότι η παραγωγή τους είναι μικρότερη από 150 κιλά και ισχυρίζονται ότι προορίζεται για ίδια κατανάλωση.

«Τα νούμερα αυτά υπογραμμίζουν την αναντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στην παραγωγή και στο τι τελικά δηλώνεται στα επίσημα χαρτιά. Η Πολιτεία έχει την υποχρέωση να λειτουργεί με κανόνες υγιούς ανταγωνισμού. Δεν είναι δυνατόν τέτοιου είδους προϊόντα που παράγονται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του καταναλωτή, να παίρνουν υπεραξία. Σας διαβεβαιώνω πως αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή με το τσίπουρο και την τσικουδιά είναι μόνο η αρχή και στόχος μας είναι να προστατέψουμε όλα τα εμπορικά σήματα ανεξαρτήτως κατηγορίας προϊόντων» τονίζει ο κ. Σταμπουλίδης.

Πάνω από 200 εκατ. ευρώ τα διαφυγόντα κέρδη

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της Ένωσης Αποσταγματοποιών, Δημήτρης Αποστολάκης εμφανίζεται προβληματισμένος για το κατά πόσο μια τέτοια κίνηση από την πλευρά της Πολιτείας θα συμβάλλει στην εξυγίανση του κλάδου και στην επιβολή της διαφάνειας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η πιο πρόσφατη καταγραφή στηρίχτηκε σε ένα πόρισμα ευκαιριακής επιτροπής του Χημείου του Κράτους το 2014. Τότε, όπως επισημαίνει στο Fortune, το δηλωθέν παραγόμενο προϊόν άγγιζε τα 4,5 εκατομμύρια κιλά όταν το πραγματικό υπολογιζόταν σε 25 εκατ. Κιλά, εγείροντας έντονες υποψίες για παράνομη παραγωγή στους ίδιους χώρους.

«Μιλάμε για ένα προϊόν λαθρεμπορίας και τα διαφυγόντα κέρδη εκτιμούμε ότι ξεπερνούν τα 200 εκατομμύρια ευρώ!» επισημαίνει.

Ο κύριος Αποστολάκης εξηγεί πως ο λόγος που δεν είχε αναληφθεί στο παρελθόν ουσιαστική δράση για την επίλυση του προβλήματος, ήταν το υψηλό πολιτικό κόστος που ενείχε μία τέτοια κίνηση, ρίσκο το οποίο απέφευγαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

«Δεν σας κρύβω ότι αντιμετωπίσαμε μεγάλη καθυστέρηση στο να πάρουμε τα επίσημα στοιχεία. Οι τελωνειακές υπηρεσίες αρνούνταν να μας τα δώσουν και καταφέραμε να τα αποσπάσουμε μόνο όταν προσφύγαμε στον Συνήγορο του Πολίτη» αποκαλύπτει ο κ. Αποστολάκης. Προσθέτει πως χάρη σε αυτό το παράνομο σύστημα επιβιώνουν  300.000 αμπελουργοί, ενώ σε ότι αφορά τον αριθμό των άμβυκων απόσταξης που αξιοποιήθηκαν το 2018 άγγιζε τους 4.093.

Υπογραμμίζει δε πως οι αποσταγματοποιοί που συμμετέχουν στην Ένωση υπόκεινται σε διαρκής ελέγχους, από την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό προϊόν και φορολογούνται στο δεκαπλάσιο.

«Υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Οι μικροπαραγωγοί φορολογούνται 59 λεπτά ανά λίτρο στο ούζο και στο τσίπουρο, όταν στη δική μας περίπτωση η φορολογία μαζί με το ΦΠΑ διαμορφώνεται στα 6,2 ευρώ και καταβάλλεται 100%». Μάλιστα εκτιμάται ότι αν η ποσότητα αυτών των παραγωγών περνούσε από το επίσημο κύκλωμα, το Κράτος θα είχε επιπλέον έσοδα της τάξης των 22 εκατομμυρίων ευρώ!

«Μιλάμε για προϊόντα περιορισμένης γεωγραφικής ένδειξης τα οποία πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού. Είναι ότι το κονιάκ για τη Γαλλία και ότι το ουίσκι για τη Σκωτία κι εμείς δεν επιτρέπεται να κυκλοφορούμε το ελληνικό τσίπουρο, το ούζο και την τσικουδιά σε μπιτόνια. Επιβάλλεται να υπάρχει ιχνηλασιμότητα των προϊόντων» καταλήγει ο κ. Αποστολάκης.

Να σημειωθεί πως σήμερα δραστηριοποιούνται στη χώρα μας 85 αποσταγματοποιοί, αριθμός που έμεινε σταθερός μέσα στην κρίση. Μείωση κατεγράφη σε επίπεδο παραγωγής και κατανάλωσης, ωστόσο, όπως επιβεβαιώνει και ο κ. Αποστολάκης, την τελευταία διετία ο κλάδος ανακάμπτει.