Ηλεκτρονικές αποδείξεις: Η παγίδα του 22% – Τι ισχύει για τους επαγγελματίες – Ποιοι κινδυνεύουν, ποιοι εξαιρούνται

Ηλεκτρονικές αποδείξεις: Η παγίδα του 22% – Τι ισχύει για τους επαγγελματίες – Ποιοι κινδυνεύουν, ποιοι εξαιρούνται
Smartphone scanning QR code from paper receipt, illustrating digital receipt storage, expense automation, mobile accounting, and paperless financial workflow Photo: Shutterstock
Πρόσθετος φόρος 22% στη διαφορά περιμένει όσους δεν καλύψουν έως τις 31 Δεκεμβρίου το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών για το 2026. Ο κανόνας του 30% του εισοδήματος, η ειδική πρόβλεψη για τους επαγγελματίες και οι περιπτώσεις μειωμένου ορίου ή απαλλαγής.
  • Οι υπόχρεοι πρέπει, κατά κανόνα, να καλύπτουν με ηλεκτρονικές δαπάνες το 30% του εισοδήματος που λαμβάνεται υπόψη, με ανώτατο απαιτούμενο ποσό τις 20.000 ευρώ.
  • Ο πρόσθετος φόρος 22% υπολογίζεται μόνο στο ποσό που λείπει από το απαιτούμενο όριο.
  • Προβλέπονται μειωμένες απαιτήσεις και απαλλαγές, ενώ στις κοινές δηλώσεις μπορεί να μεταφερθεί πλεόνασμα δαπανών μεταξύ συζύγων.

Οι ηλεκτρονικές πληρωμές μέχρι το τέλος του έτους μπορούν να επηρεάσουν τον φόρο που θα προκύψει στις δηλώσεις του 2027. Για τους φορολογουμένους που υπάγονται στην υποχρέωση συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων, τυχόν έλλειμμα στις αναγνωριζόμενες δαπάνες συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση 22% επί της διαφοράς.

Η υποχρέωση αφορά εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις, επιχειρηματική και αγροτική δραστηριότητα, καθώς και από ακίνητα. Κατά τον γενικό κανόνα, οι επιλέξιμες αγορές αγαθών και υπηρεσιών πρέπει να αντιστοιχούν στο 30% του εισοδήματος που αποτελεί τη βάση υπολογισμού, με πλαφόν απαιτούμενων δαπανών τις 20.000 ευρώ.

Οι πληρωμές μπορούν να γίνονται με πιστωτικές, χρεωστικές ή προπληρωμένες κάρτες, μέσω e-banking και με άλλα αναγνωριζόμενα ηλεκτρονικά μέσα. Ωστόσο, δεν προσμετράται κάθε ποσό που φεύγει από έναν τραπεζικό λογαριασμό: σημασία έχει και η κατηγορία της συναλλαγής.

Πώς υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος

Για φορολογούμενο με εισόδημα 20.000 ευρώ που υπάγεται στον κανόνα του 30%, οι απαιτούμενες ηλεκτρονικές δαπάνες ανέρχονται σε 6.000 ευρώ.

Αν οι αναγνωριζόμενες πληρωμές φτάσουν τις 5.000 ευρώ, προκύπτει έλλειμμα 1.000 ευρώ. Ο πρόσθετος φόρος είναι 220 ευρώ, δηλαδή το 22% του ποσού που λείπει.

Αντίστοιχα, έλλειμμα 2.000 ευρώ συνεπάγεται επιβάρυνση 440 ευρώ. Επομένως, ο έλεγχος αφορά τη διαφορά ανάμεσα στις απαιτούμενες και στις επιλέξιμες δαπάνες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ιδιαίτερη προσοχή που χρειάζονται οι επαγγελματίες

Για όσους υπάγονται στο σύστημα ελάχιστου καθαρού εισοδήματος από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, ο υπολογισμός χρειάζεται προσοχή.

Σύμφωνα με τις οδηγίες της ΑΑΔΕ, το επιχειρηματικό εισόδημα που λαμβάνεται υπόψη για τις απαιτούμενες ηλεκτρονικές δαπάνες δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσό που προσδιορίζεται βάσει των σχετικών διατάξεων.

Έτσι, ένας επαγγελματίας μπορεί να χρειάζεται περισσότερες ηλεκτρονικές αποδείξεις από όσες αντιστοιχούν στα κέρδη που δηλώνει, εφόσον το ελάχιστο εισόδημα που του προσδιορίζεται είναι υψηλότερο.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη είναι διαφορετική από την προστιθέμενη διαφορά των τεκμηρίων διαβίωσης, η οποία δεν συνυπολογίζεται στη βάση των ηλεκτρονικών δαπανών.

Πότε το όριο μειώνεται στο 20%

Χαμηλότερο ποσοστό απαιτούμενων δαπανών προβλέπεται όταν οι πληρωμές για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, δανειακές υποχρεώσεις και ενοίκια υπερβαίνουν συνολικά το 60% του πραγματικού εισοδήματος.

Σε αυτή την περίπτωση, το απαιτούμενο ποσοστό περιορίζεται από το 30% στο 20%, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα.

Τα ενοίκια, οι φόροι και οι δόσεις δανείων δεν προσμετρώνται στις επιλέξιμες καταναλωτικές δαπάνες. Μπορούν, όμως, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, να οδηγήσουν σε μείωση του απαιτούμενου ποσοστού.

Ειδική πρόβλεψη υπάρχει και για φορολογουμένους με έναν ή περισσότερους κατασχεμένους λογαριασμούς, πέραν του ακατάσχετου: το ανώτατο απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών περιορίζεται στις 5.000 ευρώ.

Στις κοινές φορολογικές δηλώσεις, οι δαπάνες δηλώνονται ατομικά, αλλά το πλεόνασμα του ενός συζύγου ή μέρους συμφώνου συμβίωσης μπορεί να καλύψει έλλειμμα του άλλου κατά την εκκαθάριση.

Ποιες πληρωμές προσμετρώνται

Στις επιλέξιμες δαπάνες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

  • Αγορές τροφίμων, ποτών, ρούχων, παπουτσιών και ειδών καθημερινής χρήσης.
  • Αγορές επίπλων, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών και άλλων ειδών οικιακής χρήσης.
  • Υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης.
  • Λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και τηλεπικοινωνιών.
  • Δίδακτρα, ιατρικές επισκέψεις, εξετάσεις, νοσήλια και επιλέξιμα ασφάλιστρα.

Για τα κοινόχρηστα, οι επιλέξιμες δαπάνες που εξοφλούνται ηλεκτρονικά από τον διαχειριστή λαμβάνονται υπόψη για κάθε ένοικο ή ιδιοκτήτη κατά το ποσό που του αναλογεί.

Αντίθετα, δεν καλύπτουν το απαιτούμενο όριο οι πληρωμές για ενοίκια, δάνεια, φόρους και τέλη, ούτε οι αγορές ακινήτων, αυτοκινήτων, σκαφών, αεροσκαφών και επενδυτικών προϊόντων.

Τα ποσά ηλεκτρονικών δαπανών προσυμπληρώνονται στη δήλωση από την ΑΑΔΕ, με δυνατότητα διόρθωσης. Για οποιαδήποτε μεταβολή, ο φορολογούμενος πρέπει να διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία που τεκμηριώνουν την πληρωμή και την επιλεξιμότητα της δαπάνης.

Ποιοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση

Από το μέτρο εξαιρούνται, μεταξύ άλλων:

  • Όσοι έχουν συμπληρώσει το 70ό έτος της ηλικίας τους έως το τέλος του φορολογικού έτους.
  • Άτομα με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω.
  • Όσοι υπηρετούν την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία τους.
  • Μόνιμοι κάτοικοι χωριών έως 500 κατοίκους ή νησιών με πληθυσμό κάτω των 3.100 κατοίκων, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις για τουριστικούς τόπους.

Για τους υπόχρεους, ο έλεγχος πριν από τις 31 Δεκεμβρίου χρειάζεται να συνδυάζει το εισόδημα που λαμβάνεται υπόψη, τις επιλέξιμες ηλεκτρονικές πληρωμές και τυχόν δικαίωμα μειωμένου ορίου ή απαλλαγής. Το συνολικό ύψος των τραπεζικών συναλλαγών, από μόνο του, δεν αρκεί για να δείξει αν έχει καλυφθεί η υποχρέωση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: