Investor’s Guide 2021: Η ανάκαμψη θα έρθει αλλά θα είναι «δειλή»

O επενδυτικός οδηγός του Fortune Greece για το 2021: Ο «αγώνας» μεταξύ των μεταλλάξεων του κορωνοϊού και των εμβολιασμών, οι διαφορετικές ταχύτητες ΗΠΑ, Κίνας και Ευρώπης, και οι παράγοντες που θα κρίνουν το ελληνικό στοίχημα της ανάπτυξης.

*Το άρθρο που ακολουθεί περιλαμβάνεται στον επενδυτικό οδηγό του Fortune για το 2021 και δημοσιεύεται στο νέο τεύχος που κυκλοφορεί αύριο στα περίπτερα.

Στις συµπληγάδες των µεταλλάξεων και του εµβολιασµού παραµένει η ευρωπαϊκή ανάκαµψη, µε τη νέα χρονιά να «τρέχει» µε χαµηλότερες προσδοκίες απ’ ό,τι ξεκίνησε. Η αργή διανοµή των εµβολίων στην Ευρώπη, που προκαλεί έντονη κριτική αναφορικά µε την αντι-COVID στρατηγική της «Γηραιάς Ηπείρου», µπορεί να προκαλέσει υστέρηση στην οικονοµική ανάκαµψη έναντι των Ηνωµένων Πολιτειών και της Ασίας. Ως «αντίβαρο» έρχεται να λειτουργήσει το Ταµείο Ανάκαµψης, ύψους 750 δισ. ευρώ, για το οποίο, όµως, οι διαπραγµατεύσεις βρίσκονται ακόµη σε εξέλιξη όσον αφορά το ποια σχέδια θα λάβουν χρηµατοδότηση.

Αυτός ο «αγώνας» µεταξύ των µεταλλάξεων του κορωνοϊού και των εµβολιασµών, ο οποίος δεν βοηθά τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να άρουν τους περιορισµούς που επιβλήθηκαν για τη συγκράτηση της πανδηµίας, οδήγησε τον Ιανουάριο του 2021 σε επί τα χείρω αναθεώρηση των εκτιµήσεων για ανάπτυξη στην Ευρωζώνη − ξεκινώντας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), της οποίας το ανεξάρτητο σώµα ειδικών εµπειρογνωµόνων «διόρθωσε» κατά 0,9% του ΑΕΠ τον φετινό στόχο για ετήσια ανάπτυξη, στο 4,4% του ΑΕΠ, από 5,3%, όπως προέβλεπαν στο τέλος του 2020 για τη ζώνη του ευρώ. Η Κοµισιόν, µε τη σειρά της εµφανίστηκε συγκρατηµένη, µε τις αρχικές της εκτιµήσεις τον περασµένο Νοέµβριο να δείχνουν ανάπτυξη 4,2% για την Ευρωζώνη και 4,1% για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τονίζοντας, όµως, από τότε τον βαθµό υψηλής αβεβαιότητας των προβλέψεών της, λόγω της συνεχιζόµενης πανδηµίας.

* Σημείωση: Δεδομένης της πρωτοφανούς μεταβλητότητας του πραγματικού ΑΕΠ στη διάρκεια του 2020, στο διάγραμμα παρουσιάζεται μια διαφορετική κλίμακα από τις αρχές του 2020 και μετά. Η κάθετη γραμμή υποδηλώνει την έναρξη του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Στις ΗΠΑ, ο νέος πρόεδρος Joe Biden βγάζει το «µπαζούκα», µε το σχέδιό του να προβλέπει γιγαντιαία δαπάνη ύψους 1,9 τρισ. δολαρίων, προκειµένου να προσφερθεί στήριξη στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, και παράλληλα παράταση των επιδοµάτων ανεργίας µέχρι το τέλος Σεπτεµβρίου. Παρά τις επικρίσεις για αύξηση του χρέους και επιβάρυνση των δηµόσιων οικονοµικών, ο Biden, που εξελέγη µε βασικό σύνθηµα την αντιµετώπιση της πανδηµίας, επισηµαίνει ότι «τα οφέλη θα είναι πολύ µεγαλύτερα από το κόστος», µε την Goldman Sachs και τις περισσότερες αµερικανικές επενδυτικές τράπεζες να αναθεωρούν προς το πάνω τον στόχο για ανάπτυξη στις ΗΠΑ, στα επίπεδα του 5%-7%.

Ο έταιρος µεγάλος ανταγωνιστής, η Κίνα, από όπου θεωρείται ότι ξεκίνησε η πανδηµία, έχει επιστρέψει σε «κανονικούς» ρυθµούς και δεν αντιµετώπισε δεύτερο κύµα, την ώρα που Ευρώπη και ΗΠΑ βρίσκονται προ των πυλών ενός τρίτου κύµατος της COVID-19. Η Κίνα ήταν, άλλωστε, η µοναδική µεγάλη οικονοµία στον κόσµο που «έκλεισε» την περασµένη χρονιά µε θετικό πρόσηµο στο ΑΕΠ της, ενώ το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο την τοποθετεί στους «πρωταγωνιστές» της ανάπτυξης και για το 2021, µε τις προβλέψεις του να κάνουν λόγο για επιστροφή σε δυναµικούς ρυθµούς της τάξης του 8%.

Τα βλέµµατα στραµµένα στο δεύτερο τρίµηνο του 2021

Με αυτό το κλίµα, οι περισσότεροι αναλυτές «στρέφουν» το βλέµµα τους στο δεύτερο τρίµηνο του 2021, για επιτάχυνση της «ανάρρωσης» όχι µόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην παγκόσµια οικονοµία, από την ύφεση-σοκ που προκάλεσε η COVID-19 την περασµένη χρονιά.

Σε επικοινωνία του Fortune Greece µε την Pimco, ο επενδυτικός γίγαντας εµφανίζεται συγκρατηµένα αισιόδοξος για την παγκόσµια οικονοµία. «Αναµένουµε ότι η παγκόσµια οικονοµία θα συνεχίσει την “ανάρρωσή” της µέσα στο 2021, σηµειώνοντας ικανοποιητική πρόοδο στη µακροχρόνια επάνοδο στις προ κρίσης τάσεις − ειδικά στο δεύτερο εξάµηνο του τρέχοντος έτους. Ύστερα από υπερβολική συρρίκνωση της οικονοµικής δραστηριότητας το 2020, η παγκόσµια παραγωγή και ζήτηση αναµένεται να ανακάµψουν έντονα φέτος. Θεωρούµε δε ότι η τρέχουσα αδυναµία, που οφείλεται στα lockdown των µεγάλων οικονοµιών, θα δώσει τη θέση της στην επιτάχυνση της οικονοµικής ανάπτυξης από το δεύτερο τρίµηνο, λόγω της διεύρυνσης της διάθεσης των εµβολίων και της συνεχούς υποστήριξης µέσω της δηµοσιονοµικής και της νοµισµατικής πολιτικής» σηµειώνει η Pimco.

Τα υψηλόβαθµα στελέχη της επισηµαίνουν ότι και το 2021 η δηµοσιονοµική πολιτική και οι πρωτοβουλίες, από πλευράς των κυβερνήσεων, θα είναι καθοριστικές για την επιστροφή στην ανάπτυξη.

«Η δηµοσιονοµική πολιτική παραµένει καθοριστικός παράγοντας (swing factor). Με τη βοήθεια νοµισµατικών πολιτικών που διατηρούν το κόστος χρηµατοδότησης χαµηλό, οι περισσότερες κυβερνήσεις είναι πιθανό να συνεχίσουν να ενισχύουν τα εισοδήµατα των νοικοκυριών µέσω χρηµατικών µεταβιβάσεων και να υποστηρίζουν τις εταιρείες µέσω εγγυήσεων δανείων, επιδοτήσεων και φορολογικών ελαφρύνσεων. Στην Ευρώπη, η συµφωνία για τον προϋπολογισµό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) τον Δεκέµβριο άνοιξε τον δρόµο για σηµαντικές εκταµιεύσεις δανείων και επιχορηγήσεων από το Ταµείο Ανάκαµψης κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, συµπληρώνοντας έτσι τη στήριξη που προέρχεται από τους εθνικούς προϋπολογισµούς. Ενώ η βασική µας υπόθεση θεωρεί δεδοµένη τη συνεχή υποστήριξη της δηµοσιονοµικής πολιτικής µε τη βοήθεια µιας χαλαρής νοµισµατικής πολιτικής, η έναρξη της δηµοσιονοµικής κόπωσης θα αποτελούσε σηµαντικό κίνδυνο για την αναµενόµενη οικονοµική ανάκαµψη, ιδίως το δεύτερο εξάµηνο του τρέχοντος έτους και περισσότερο το 2022» συµπληρώνει η Pimco.

Στο ίδιο µήκος κύµατος βρίσκεται και ο Αθανάσιος Βαµβακίδης, managing director and global head of Foreign Exchange Strategy της Bank of America Merrill Lynch, ο οποίος δηλώνει στο Fortune ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως η παγκόσµια οικονοµία δεν µπορεί να επανέλθει στην κανονικότητα το πρώτο τρίµηνο του έτους. «Αν υποθέσουµε ότι οι εµβολιασµοί θα συνεχιστούν όπως έχει προγραµµατιστεί, ελπίζουµε ότι θα αρχίσουµε να κινούµαστε προς την κανονικότητα το δεύτερο τρίµηνο. Το αν φέτος εξαλείψουµε τον ιό ή όχι παραµένει ένα ανοιχτό ερώτηµα, µε επιπτώσεις στον ρυθµό της ανάκαµψης τα επόµενα χρόνια» αναφέρει ο παγκοσµίου φήµης οικονοµολόγος.

Και συµπληρώνει: «Μπορεί να δούµε περισσότερη διαφοροποίηση ανά χώρα ανάλογα µε τον ρυθµό εµβολιασµού και τον χρόνο ανάκαµψης. Στην πραγµατικότητα, αναµένουµε ότι οι ΗΠΑ θα ανακάµψουν πολύ πιο γρήγορα από την Ευρωζώνη φέτος, µε ανάπτυξη 5% και 2,9%, αντίστοιχα, λόγω της ισχυρότερης δηµοσιονοµικής ώθησης και του ταχύτερου εµβολιασµού. Δύο βασικά ερωτήµατα αναφορικά µε τις πολιτικές της Ευρωζώνης το 2021 περιλαµβάνουν την αναθεώρηση της στρατηγικής της ΕΚΤ στο πρώτο εξάµηνο και την επαναφορά των δηµοσιονοµικών κανόνων της ΕΕ στο δεύτερο εξάµηνο. Η πρόκληση και για τα δύο θα είναι να αποκτήσουν αρκετή ευελιξία και να αποφευχθεί η πρόωρη σύσφιξη».

Το αν φέτος εξαλείψουµε τον ιό ή όχι παραµένει ένα ανοιχτό ερώτηµα, µε επιπτώσεις στον ρυθµό της ανάκαµψης τα επόµενα χρόνια.

Αθανάσιος Βαµβακίδης, Bank of America Merrill Lynch

Το ελληνικό σχέδιο ανάπτυξης

Μέσα σε αυτό το κλίµα, η Ελλάδα βάζει ένα ακόµη «στοίχηµα» ανάκαµψης και οριστικής αλλαγής σελίδας προς ένα πιο βιώσιµο µοντέλο ανάπτυξης, µε «όχηµα» τις µεταρρυθµίσεις. Η πανδηµία ανέκοψε την ενθαρρυντική πορεία του 2019, ύστερα από δέκα χρόνια οικονοµικής κρίσης, και «προσγείωσε» την ελληνική οικονοµία σε βαθιά ύφεση, που θα φτάσει το 10% του ΑΕΠ, σύµφωνα µε το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ).

Για τη νέα χρονιά, ο πήχης της ΤτΕ µπαίνει στα επίπεδα του 4% για ανάπτυξη της οικονοµίας, µε το υπουργείο Οικονοµικών να «ρίχνει» 7,5 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της αγοράς και των επιχειρήσεων, συµπληρωµατικά στα µέτρα ύψους 24 δισ. ευρώ που εφαρµόστηκαν το 2020. Όπως ανέφερε ο Έλληνας υπουργός Οικονοµικών, Χρήστος Σταϊκούρας, «κλειδί» για την ανάκαµψη και την είσοδο της χώρας σε τροχιά δυναµικής οικονοµικής µεγέθυνσης αποτελεί το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο θα λάβει σύντοµα την τελική µορφή του και θα αποτελέσει οδηγό για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων από το Ταµείο Ανάκαµψης. Βασικοί άξονες του σχεδίου είναι η πράσινη µετάβαση, ο ψηφιακός µετασχηµατισµός, το τρίπτυχο απασχόληση-δεξιότητες-κοινωνική συνοχή και οι ιδιωτικές επενδύσεις.

O Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής Οικονοµικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς, µιλώντας στο Fortune, τονίζει ότι, παρά το γεγονός ότι οι βραχυπρόθεσµες οικονοµικές, αλλά και γενικότερες κοινωνικές συνθήκες, υπαγορεύονται από την εξέλιξη της πανδηµίας COVID-19 και την ταχύτητα και το εύρος του προγράµµατος εµβολιασµών, η πεποίθησή του είναι ότι οι προοπτικές της ελληνικής οικονοµίας και, κατ’ επέκταση, του ελληνικού τραπεζικού συστήµατος προδιαγράφονται ιδιαίτερα θετικές.

«Η θετική µου αυτή εκτίµηση εδράζεται στην ύπαρξη, για πρώτη φορά ίσως από το 2009, µιας σειράς παραγόντων που θεωρώ ότι θα ασκήσουν ιδιαίτερα θετική επίδραση στην ελληνική οικονοµία σε µεσοµακροπρόθεσµο ορίζοντα. Πιο συγκεκριµένα, τα επόµενα χρόνια η ελληνική οικονοµία υπολογίζουµε ότι θα ωφεληθεί σηµαντικά από τη χαλάρωση της δηµοσιονοµικής πολιτικής σε Ελλάδα και Ευρωζώνη, τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες ρευστότητας που έχουν επικρατήσει µετά την επιστροφή καταθέσεων, τη δυνατότητα χρηµατοδότησης των ελληνικών τραπεζών µε αρνητικό κόστος από την ΕΚΤ, τη µείωση του κόστους δανεισµού του ελληνικού Δηµοσίου ως αποτέλεσµα της συµπερίληψης των ελληνικών οµολόγων στο πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης PEPP της ΕΚΤ, καθώς και από το Ταµείο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας που έχει δροµολογηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ειδικά η τελευταία πρωτοβουλία είναι καίριας σηµασίας, καθώς η Ελλάδα δικαιούται να λάβει επιπλέον πόρους ύψους 32 δισ. ευρώ (ή 20% του ΑΕΠ 2020), γεγονός που ισοδυναµεί µε διπλασιασµό της χρηµατοδότησης της ελληνικής οικονοµίας από ευρωπαϊκά κονδύλια για όλη την περίοδο 2021-2027» επισηµαίνει σχετικά.

Από την πλευρά του, ο Θεοφάνης Μυλωνάς, πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της Eurobank Asset Management Α.Ε.Δ.Α.Κ., βλέπει ότι η ισχυρή ανάπτυξη θα επιστρέψει το 2022, προσεγγίζοντας τα επίπεδα του 2019. «Σχετικά µε την ανάκαµψη, το 2021 δείχνει ότι η οικονοµία θα κινηθεί σε χαµηλότερα επίπεδα σε σχέση µε την περσινή χρονιά, λόγω των περιοριστικών µέτρων που θα διαρκέσουν τουλάχιστον για το πρώτο τρίµηνο, όπως και λόγω της περιορισµένης τουριστικής κίνησης. Ωστόσο, το 2022 αναµένεται να είναι έτος ισχυρής ανάκαµψης, ανάλογης µε το 2019, εφόσον εξελιχθεί οµαλά ο εµβολιασµός σε παγκόσµιο επίπεδο. Παράγοντες που θα ενισχύσουν την οικονοµική ανάκαµψη θα είναι η αύξηση των αποταµιεύσεων, που αναµένεται να γίνουν κατανάλωση, οι ροές από το Ταµείο Ανάκαµψης, οι αυξηµένες επενδύσεις και η βελτιωµένη τουριστική περίοδος» αναφέρει στο Fortune.

Η Ελλάδα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δικαιούται να λάβει επιπλέον πόρους ύψους 32 δισ. ευρώ (ή 20% του ΑΕΠ 2020), γεγονός που ισοδυναµεί µε διπλασιασµό της χρηµατοδότησης της ελληνικής οικονοµίας από ευρωπαϊκά κονδύλια για όλη την περίοδο 2021-2027.

Ηλίας Λεκκός, Τράπεζα Πειραιώς

Η επιστροφή των επενδύσεων «κλειδί» για ανάκαµψη

Ο Θεοφανης Μυλωνάς κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην επιστροφή της Ελλάδας στο επενδυτικό «ραντάρ» και στη διάθεση µεγάλων πολυεθνικών εταιρειών για άµεσες ξένες επενδύσεις στην οικονοµία. «Η αναβάθµιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας τα τελευταία χρόνια και οι µεταρρυθµίσεις που έχουν υλοποιηθεί την τελευταία δεκαετία έχουν βελτιώσει τη διάθεση των επενδυτών προς τη χώρα, ενώ µέσα στο 2020 υπήρξαν ανακοινώσεις από παγκόσµιες εταιρείες για άµεσες ξένες επενδύσεις (Microsoft, Pfizer, Cisco, Volkswagen κ.ά.). Επιπλέον, η ισχυρή στήριξη των ευρωπαϊκών θεσµών µέσω του Ταµείου Ανάκαµψης εκτιµάται ότι θα είναι ιδιαίτερα σηµαντική για την Ελλάδα, µε συνολικές επιδοτήσεις της τάξης του 11% ως προς το ΑΕΠ τα έτη 2021-2027».

Ο κ. Μυλωνάς ξεχωρίζει σε µεσοπρόθεσµο ορίζοντα τον κλάδο των µεταφορών και αποθήκευσης λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας. Η ολοκλήρωση του δικτύου των αυτοκινητόδροµων, η ιδιωτικοποίηση των λιµανιών Αθήνας και Θεσσαλονίκης και των αεροδροµίων, σε συνδυασµό µε το νέο σιδηροδροµικό δίκτυο, δηµιουργούν συνθήκες για αυξηµένες µεταφορές αγαθών µέσω της χώρας. Ο τουρισµός, δηλώνει επίσης, είναι ένας κλάδος µε υψηλή εξαγωγική δραστηριότητα, στον οποίο εκδηλώνεται υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον.

«Η ενίσχυση των κλάδων του τουρισµού και των µεταφορών θα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη και σε άλλους κλάδους, όπως στην αγορά ακινήτων, στο εµπόριο και στις υποδοµές. Παράλληλα, αναµένεται να δοθεί έµφαση στον ψηφιακό µετασχηµατισµό της οικονοµίας και, γενικότερα, στην ψηφιακή µετάβαση, που σηµαίνει επενδύσεις σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας και καινοτοµίας. Τέλος, η στροφή της Ευρώπης στην πράσινη οικονοµία και ενέργεια σηµαίνει υψηλή ζήτηση για επενδύσεις προς υποδοµές πιο φιλικές προς το περιβάλλον» προσθέτει.

Οι προοπτικές από το δεύτερο τρίµηνο του ’21 και µετά προδιαγράφονται ιδιαίτερα θετικές, καθώς η πρόοδος στο υγειονοµικό µέτωπο αναµένεται να συµπέσει µε τους πόρους από το Ταµείο Ανάκαµψης, τις συνεχιζόµενες µεταρρυθµίσεις, τα νέα έργα υποδοµών και τις επενδύσεις, καθώς και µια καλύτερη σε σχέση µε το 2020 τουριστική σεζόν, που θα µπορούσαν να επαναφέρουν τη δυναµική της οικονοµίας και να θέσουν τα θεµέλια για µακροχρόνια οικονοµική ανάπτυξη της χώρας, αναφέρει, από τη µεριά του, στο Fortune ο Θάνος Αδαµαντόπουλος, managing director, Capital Markets & Head of Client Coverage AXIA Ventures Group.

Σχετικά µε τους κλάδους που θα πρωταγωνιστήσουν το 2021 στη συγκέντρωση κεφαλαίων από τους επενδυτές, ο κ. Αδαµαντόπουλος ξεχωρίζει την ενέργεια και την πληροφορική.

«Οι επενδύσεις στον κλάδο της ενέργειας και ειδικά στο κοµµάτι της πράσινης ενέργειας θα συνεχίσουν να είναι στο επίκεντρο των επενδυτών λόγω των µεγάλων αλλαγών διεθνώς, µε τα ακίνητα και τα έργα υποδοµών να είναι επίσης ψηλά στη λίστα. Αξίζει να αναφέρουµε ότι η δυναµική που έχει αναπτυχθεί στον τοµέα της πληροφορικής είναι άξια προσοχής, καθώς θα µπορούσε να δώσει νέα ώθηση σε έναν κλάδο που είναι απολύτως απαραίτητος στη σηµερινή εποχή, για να είναι η Ελλάδα και οι επιχειρήσεις της ανταγωνιστικές σε ευρωπαϊκό −και όχι µόνο− επίπεδο».

Οι προκλήσεις και ο ρόλος των τραπεζών που βγαίνουν από τον «γύψο»

Η νέα χρονιά αποτελεί κρίσιµο έτος για τις τράπεζες και τις οικονοµίες, καθώς τους επόµενους µήνες θα φανούν περισσότερο τα αποτελέσµατα της πανδηµίας. Στην κινούµενη άµµο που προκάλεσε το πρωτόγνωρο, εξωγενές σοκ της πανδηµίας, οι προκλήσεις είναι πολλές. Ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, µιλώντας τον Ιανουάριο στο 8ο Banking Forum & FinTech Expo, τις συνόψισε σε τέσσερις βασικές κατηγορίες: α) στις δυσκολίες επανεκκίνησης που προκαλεί η κρίση, καθώς αναµένεται αύξηση των πτωχεύσεων, β) στην περίοδο χαµηλών επιτοκίων που διανύουµε και µπορεί να συνεχιστεί έως και πέρα από το 2023, καθώς η ΕΚΤ δεν πρόκειται να σταµατήσει την παροχή ρευστότητας µέχρι να δει τον πληθωρισµό να φτάνει στα όρια του 2%, γ) στις τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων και την πώληση-µεταφορά των µη εξυπηρετούµενων δανείων, που, όµως, δεν λύνουν το πρόβληµα του πιστωτικού κινδύνου, και δ) στον κίνδυνο διατήρησης µη βιώσιµων επιχειρήσεων εν ζωή, «καίγοντας» τραπεζικά κεφάλαια.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας, μιλάει στο τέταρτο Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, Σάββατο 2 Μαρτίου 2019. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Για όλα τα παραπάνω το ενθαρρυντικό είναι ότι πλέον οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ρευστότητα και κεφαλαιακή επάρκεια άνω του ορίου που θέτουν οι εποπτικές αρχές, έχουν σχηµατίσει εσωτερικό capital buffer για την αντιµετώπιση των σοκ, όµως συνεχίζουν να έχουν τα περισσότερα κόκκινα δάνεια στην Ε.Ε.

Σχολιάζοντας στο Fortune τις προοπτικές επανεκκίνησης του τραπεζικού συστήµατος, ο Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής Οικονοµικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζα Πειραιώς, επισηµαίνει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα έχει καταβάλει τεράστιες ίδιες προσπάθειες αντιµετώπισης των ενδογενών του προβληµάτων, τα οποία έχουν συσσωρευθεί κατά τη διάρκεια της 10ετούς και πλέον ελληνικής κρίσης.

«Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν αξιοποιήσει στο έπακρο όλες τις δυνατότητες πώλησης ή τιτλοποίησης των µη εξυπηρετούµενων δανείων, κάνοντας χρήση του θεσµικού πλαισίου που έχει γίνει γνωστό µε τον τίτλο Ηρακλής, και αναµένουν έτοιµες να αξιοποιήσουν τόσο το επερχόµενο πρόγραµµα Ηρακλής ΙΙ, αλλά και την πρωτοβουλία της ΤτΕ, εάν και όταν αυτή καταστεί ενεργή. Τα θετικά αποτελέσµατα έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται στην ελληνική οικονοµία. Το 2020, παρά τη µεγάλη ύφεση, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις ήταν θετική κατά 7,6% για πρώτη φορά από το 2009, µε θετικές ροές χρηµατοδότησης ύψους 5,3 δισ. ευρώ. Η θετική αυτή δυναµική θα συνεχισθεί περαιτέρω το τρέχον έτος, καθώς οι ελληνικές τράπεζες σχεδιάζουν εκταµιεύσεις ύψους άνω των 20 δισ. ευρώ. Μέρος αυτών θα κατευθυνθεί για την κάλυψη των αναγκών κεφαλαίου κίνησης και, γενικότερα, πρωτοβουλιών στήριξης των ελληνικών επιχειρήσεων, που πλήττονται από τη συνεχιζόµενη κρίση. Ωστόσο, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό θα κατευθυνθεί για την «προχρηµατοδότηση» επενδύσεων και έργων υποδοµών, που εντέλει θα αποτελέσουν τµήµα του Προγράµµατος Δηµοσίων Επενδύσεων του Ταµείου Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας» αναφέρει.

Παρ’ όλα αυτά, επισηµαίνει ότι, αν θέλουµε να είµαστε ρεαλιστές, θα πρέπει να αναγνωρίσουµε ότι η ανάταξη των ισολογισµών των τραπεζών δεν αποτελεί πανάκεια για όλα τα προβλήµατα της ελληνικής οικονοµίας. Κάνει λόγο για τάση διαχρονικά κυρίως από τους αναλυτές και τους θεσµούς να αναζητούν µια «µαγική» λύση η οποία θα µπορούσε, άµεσα και ανέξοδα, να αποτελέσει την απάντηση στη συνεχιζόµενη αδυναµία της ελληνικής οικονοµίας να καταγράψει ισχυρούς ρυθµούς ανάκαµψης. Σύµφωνα µε την τελευταία εκδοχή της «µαγικής» αυτής λύσης, η ανάκαµψη της ελληνικής οικονοµίας περνά µέσα από την αδρή χρηµατοδότησή της από το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα.

«Η λύση αυτή, από πλευράς θεσµών και επίσηµων φορέων, είναι όντως µαγική, γιατί µεταφέρει όλο το βάρος της πορείας της ελληνικής οικονοµίας από το δικό τους πεδίο ευθύνης στα χέρια κάποιου άλλου − εν προκειµένω στις ελληνικές τράπεζες. Ταυτόχρονα, όµως, είναι, όπως όλες οι προηγούµενες µαγικές λύσεις, αποσπασµατική, στο µέτρο και στον βαθµό που αγνοεί ένα βασικό ζήτηµα: ο λόγος περιορισµένης πιστωτικής επέκτασης δεν σχετίζεται τόσο µε την ύπαρξη ή όχι ΜΕΔ στους ισολογισµούς των τραπεζικών ιδρυµάτων, όσο µε την ανάγκη αποµόχλευσης από πλευράς ελληνικού ιδιωτικού τοµέα. Με εξαίρεση, ίσως, τις µεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, η συντριπτική πλειονότητα των µικροµεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών είναι υπερδανεισµένη σε τέτοιον βαθµό, που όχι µόνο δεν µπορούν να εξυπηρετήσουν τα υφιστάµενα δάνειά τους, αλλά παρουσιάζουν και αρνητική καθαρή θέση, υπό την έννοια ότι η αξία των υποχρεώσεών τους υπερβαίνει την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λύση δεν µπορεί να είναι η περαιτέρω πιστωτική επέκταση, αλλά η συστηµατική και µακρόχρονη αποκατάσταση της χρηµατοπιστωτικής τους ευρωστίας» καταλήγει.

Θάνος Αδαμαντόπουλος, AXIA Ventures Group

Tα assets με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον το 2021

Πιστεύουμε ότι ο κλάδος των ακινήτων θα παραμείνει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς προέρχεται από μια σημαντική και χρόνια απομείωση αξιών, σε αντίθεση με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ το rebound στις τιμές είναι ακόμη σε αρχικά στάδια. Βλέπουμε, επίσης, αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον για την ελληνική κεφαλαιαγορά συνολικά (ομόλογα και μετοχές) και, καθώς η Ελλάδα επιστρέφει στα ραντάρ των ξένων επενδυτών, αναμένουμε σημαντική πρόοδο στον τραπεζικό κλάδο, στο κομμάτι των προβληματικών δανείων, αλλά και σε επιλεγμένες εταιρείες που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης με σημαντικό discount έναντι των ξένων ομίλων.

Bank of America Merrill Lynch LICENSE AGREEMENT This Photograph taken by VisualMedia is supplied with an indefinite license for editorial purposes, but excluding advertorials or competitions. The license also covers internal communications requirements such as newsletters and non-commercial website use. Usage for external marketing / advertising purposes will attract additional fees that need to be negotiated dependent on requirements. For further information please contact VisualMedia on +44 (0)20 7613 2555. Note to Press: These images are supplied free of charge for editorial usage. Mandatory credit: VisMedia

Αθανάσιος Βαμβακίδης, Bank of America Merrill Lynch

Τι θα κάνει τη διαφορά για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα τη μεγάλη διαφορά θα κάνει το κατά πόσο θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητα την ερχόμενη θερινή τουριστική περίοδο. Πέρα από φέτος, η αποτελεσματική και διαφανής δαπάνη των μαζικών εισροών από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ θα είναι ζωτικής σημασίας για μια ενδεχόμενη ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση πρέπει να εφαρμόσει τη φιλόδοξη ατζέντα μεταρρυθμίσεών της και να συμφωνήσει πάνω σε ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους με την ΕΕ για να μειώσει το ακόμη υψηλό –και μάλιστα υψηλότερο ως αποτέλεσμα της πανδημίας– χρέος.

Ηλίας Λεκκός, Τράπεζα Πειραιώς

Η ελληνική αγορά ομολόγων

Η ειδοποιός διαφορά της ελληνικής αγοράς κρατικού χρέους συνίσταται στο πολύ μικρό μέγεθός της. Αυτό μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι το χρέος της ελληνικής δημοκρατίας ανέρχεται 340 δισ. ευρώ, ή 208% του ΑΕΠ 2020. Ωστόσο θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το μεγαλύτερο τμήμα του χρέους αυτού αποτελείται από μη εμπορεύσιμο διακρατικό χρέος και δανειακές υποχρεώσεις προς θεσμικούς φορείς (ΔΝΤ, EFSF, ESM). Συνεπώς, από το σύνολο των 340 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους, μόνον τα 55 δισ. ευρώ περίπου τυγχάνουν διαπραγμάτευσης με τη μορφή ομολόγων στις χρηματαγορές. Επιπρόσθετα, η άρση του περιορισμού από πλευράς ελληνικών τραπεζών για νέες επενδύσεις σε κρατικούς τίτλους και, κυρίως, η συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα έκτακτης ποσοτικής χαλάρωσης PEPP της ΕKT έχουν οδηγήσει στη συγκέντρωση του συνόλου σχεδόν του διαπραγματεύσιμου ελληνικού χρέους στα χαρτοφυλάκια ενός ελάχιστου αριθμού μακροχρόνιων θεσμικών επενδυτών. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει όχι μόνον σε «κατάρρευση» των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, αλλά αναμένουμε να συντελέσει και στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου σε βάθος χρόνου. Θετικά θα λειτουργήσουν και άλλοι παράγοντες, όπως τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα και η επάνοδος σε πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα από το 2022 και ύστερα. Η συγκράτηση λοιπόν του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου είναι εξέλιξη καθοριστικής σημασία, καθώς επιτρέπει τη σχεδόν εκθετική πτώση του λόγου χρέους προς το ονομαστικό ΑΕΠ χωρίς την ανάγκη επιβολής νέων φόρων.

Θεοφάνης Μυλωνάς, Eurobank Asset Management Α.Ε.Δ.Α.Κ.

Τι να προσέξουν οι επενδυτές

Η άνοδος των τιμών πετρελαίου, των πρώτων υλών και άλλων αγαθών κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2020, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση προς τον δεύτερο εξάμηνο του 2021, θα οδηγήσουν σε υψηλότερο πληθωρισμό σε ετήσια βάση, κάτι που θεωρούμε, όμως, ότι θα είναι προσωρινό φαινόμενο.

Γενικότερα, για να παρατηρηθεί υψηλότερος πληθωρισμός σε σταθερή βάση, χρειάζονται σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς, που δεν αναμένονται για φέτος, λόγω της υγειονομικής κρίσης. Ανεξάρτητα από τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών και από την πορεία του πληθωρισμού, οι επενδυτές ενδείκνυται να επιδιώκουν τη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού χαρτοφυλακίου με ενεργή διαχείριση που θα εκμεταλλεύεται τις συνθήκες της αγοράς. Για παράδειγμα, όταν υπάρχουν προσδοκίες για αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις, η επενδυτική κατηγορία που υπεραποδίδει ιστορικά είναι οι μετοχές, ενώ υποαποδίδουν τα κρατικά ομόλογα. Ειδικά για τα επόμενα χρόνια είναι σημαντική η πιο ενεργή διαχείριση λόγω των πολλών αβεβαιοτήτων στην αγορά που μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες και μεταβλητότητα.

Οι παράγοντες που θα επηρεάσουν μεσοπρόθεσμα είναι η ανάκαμψη της οικονομίας, η στροφή σε πράσινες στρατηγικές, η μείωση της υψηλής ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες μετά την επιστροφή στην κανονικότητα, τα υψηλά ποσοστά χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο και η ψηφιακή μετάβαση.

Θα «ξυπνήσει» το ελληνικό χρηματιστήριο το 2021;

Από τον Αριστοτέλη Νινιό, CIIA, αντιπρόεδρο Euroxx ΑΧΕΠΕΥ

Για την επαναφορά του σφυγμού του ελληνικού χρηματιστηρίου σε βιώσιμο επίπεδο με ελπίδες πλήρους αποκατάστασης, ο καταλυτικός παράγοντας είναι η ομαλή εξέλιξη του εμβολιαστικού προγράμματος. Στην τεράστια αυτή προσπάθεια εναποθέτει όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και ο πλανήτης στο σύνολό του, τις ελπίδες για ομαλοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας και της επαναφοράς του τρόπου ζωής όσο το δυνατόν πιο κοντά στα προ COVID δεδομένα.

Η ελληνική αγορά παλεύει να βρει στηρίξεις και ορθολογικές αφορμές για να αποκτήσει μια θετική τάση και παράγοντες όπως η διατήρηση του χαμηλού κόστους χρήματος στις κρατικές εκδόσεις ομολόγων, η διάχυση της ζωτικής σημασίας ευρωπαϊκής ενίσχυσης που θα λάβει η χώρα μας για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, η ανάκαμψη της τουριστικής βιομηχανίας, η αύξηση των επενδύσεων, η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και ο εξορθολογισμός του τραπεζικού τομέα θα αποτελέσουν τις βάσεις για μια στιβαρή ανάτασή της. Τότε θα μπορούμε να ελπίζουμε και για σοβαρή ενίσχυση της αξίας των συναλλαγών, σημαντικά πάνω από τη μέση αξία του πρώτου εξαμήνου του 2020 (περίπου 74 εκατ. ευρώ ημερησίως) και την ακόμη χειρότερη του δεύτερου εξαμήνου του 2020 (περίπου 55 εκατ. ευρώ ημερησίως) και, φυσικά, και σε υπερδιπλασιασμό της συνολικής κεφαλαιοποίησης της αγοράς, που σε μέση τιμή κυμάνθηκε στα 42,1 δισ. ευρώ για τον χρόνο που πέρασε.

Προβαίνοντας, λοιπόν, στην παραδοχή της ομαλής πορείας στην εμβολιαστική καμπάνια, όσο και αν οι τρέχουσες εξελίξεις καθιστούν αβέβαιη και τολμηρή την πρόβλεψη για μια τέτοια κατάληξη, εκτιμώ ότι η ελληνική αγορά έχει σοβαρές προοπτικές ανάκαμψης για το 2021 – ανάκαμψη η οποία θα υποστηριχθεί εν πολλοίς από τη συμφωνία για την παροχή ρευστότητας από το Ταμείο Ανάκαμψης, που αποτελεί τη σημαντικότερη κεφαλαιακή ενίσχυση της χώρας στη μεταμνημονιακή εποχή. Καθήκον της διακυβέρνησης της χώρας και ύψιστη ευθύνη αποτελούν η ορθολογική διαχείριση και η βέλτιστη κατανομή των κεφαλαίων, με μία κεντρική επιδίωξη: τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω της ενίσχυσης του παραγωγικού ιστού της οικονομίας και των επιχειρήσεων, που αποτελεί τη μοναδική λύση για ισχυρή και διατηρήσιμη ανοδική τάση στην πορεία του ΑΕΠ. Μια τέτοια ορθολογική και συνετή πολιτική θα πυροδοτήσει ταυτόχρονα αύξηση και των ξένων επενδύσεων.

Οι κλάδοι που ξεχωρίζουν

Στο πλαίσιο αυτό, εκτίμησή μου αποτελεί πως το ΧΑ θα ενισχυθεί σημαντικά είτε με αύξηση των τιμών, είτε με την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση μετοχών και νέων εταιρειών. Μάλιστα φάνηκε μέσα στο 2020 να εκδηλώνεται μία μικρή αλλά ενθαρρυντική εκδήλωση ενδιαφέροντος από ικανοποιητικό αριθμό εταιρειών για εισαγωγή στο ΧΑ – τάση η οποία, δυστυχώς, ανακόπηκε εξαιτίας της πανδημίας.Το ενδιαφέρον των επενδυτών φαίνεται να στρέφεται στους κλάδους της ενέργειας, των ακινήτων, των πρώτων υλών και του λιανικού εμπορίου. Και, φυσικά, ο εξορθολογισμός του τραπεζικού τομέα δεν μπορεί να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο, σε μια αγορά με τραπεζοκεντρικό προσανατολισμό, την ώρα που τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης θα βρουν τον δρόμο τους προς την οικονομία νομοτελειακά μέσω του τραπεζικού συστήματος. Σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα χαμηλών αποδόσεων στο σταθερό εισόδημα, η επένδυση σε μετοχές φαίνεται να είναι ενδεδειγμένη .