ΙΟΒΕ: Η ανάπτυξη δεν είναι δεδομένη – Το «κακό σενάριο» που μπορεί να διώξει τις επενδύσεις
- 17/07/2026, 08:59
- SHARE
Το θετικό momentum της ελληνικής οικονομίας δεν αποτελεί εγγύηση για τη συνέχεια, προειδοποιεί το ΙΟΒΕ, το οποίο τοποθετεί στο επίκεντρο των κινδύνων την πολιτική αστάθεια, τη δημοσιονομική χαλάρωση και την πιθανή επιβράδυνση των μεταρρυθμίσεων.
Παρότι το βασικό σενάριο προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 2% το 2027, η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά το Ταμείο Ανάκαμψης θα εξαρτηθεί από τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τονίζεται με στη νέα τριμηνιαία έκθεσή του.
Το ενδιαφέρον κατά την παρουσίαση στράφηκε λιγότερο στις ίδιες τις προβλέψεις και περισσότερο στους παράγοντες που θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν το θετικό σενάριο για την οικονομία.
Ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Γιάννης Ρέτσος, χαρακτήρισε την ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια ως το μεγαλύτερο πρόβλημα του επόμενου 12μήνου, προειδοποιώντας ότι μπορεί να ανατρέψει τη σημερινή αισιοδοξία.
Όπως σημείωσε, η προεκλογική περίοδος έχει ήδη αρχίσει και παραμένει ασαφές εάν οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της τετραετίας ή νωρίτερα. Η παρατεταμένη αυτή αβεβαιότητα, πρόσθεσε, δεν λειτουργεί θετικά ούτε για τις επιχειρήσεις ούτε για την οικονομία.
Η ανάπτυξη δεν έρχεται «αυτόματα»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, επισημαίνοντας ότι η έως τώρα πορεία της χώρας δεν διασφαλίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και τα επόμενα χρόνια.
Όπως τόνισε, η σταθερότητα και η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, η καλή δημοσιονομική πορεία και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε και στον πολιτικό διάλογο ενόψει των εκλογών, υπογραμμίζοντας ότι τα προγράμματα των κομμάτων θα πρέπει να ενσωματώνουν την ανάγκη ενίσχυσης της αναπτυξιακής δυναμικής και όχι απλώς τη διαχείριση της συγκυρίας.
Το «καμπανάκι» για τις προεκλογικές παροχές
Το ΙΟΒΕ έκρουσε παράλληλα προειδοποιητικό σήμα για τη δημοσιονομική διαχείριση, παρά την υπεραπόδοση των δημόσιων εσόδων.
Ο Νίκος Βέττας επισήμανε ότι και οι κρατικές δαπάνες κινούνται πλέον ταχύτερα, στοιχείο που θα πρέπει να παρακολουθείται στενά όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση.
Όπως ανέφερε, σε κάθε προεκλογικό έτος παρατηρείται μεγαλύτερη ελαστικότητα στις δαπάνες. Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι οι πρόσθετοι πόροι να κατευθύνονται σε παρεμβάσεις που ενισχύουν την ευημερία, την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη και όχι σε πρόσκαιρες παροχές.
Το δυσμενές σενάριο για την οικονομία
Περιγράφοντας το αρνητικό σενάριο, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ υπογράμμισε ότι μια εξωτερική διαταραχή δεν αρκεί από μόνη της για να εκτροχιάσει την ελληνική οικονομία.
Ο πραγματικός κίνδυνος, όπως εξήγησε, θα προέκυπτε από τον συνδυασμό ενός γεωπολιτικού ή μακροοικονομικού σοκ με λανθασμένες επιλογές στο εσωτερικό.
Δημοσιονομική χαλάρωση και εγκατάλειψη των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον ίδιο, να απομακρύνουν επενδύσεις που σήμερα βρίσκονται σε φάση σχεδιασμού ή υλοποίησης.
«Δεν είναι η ελληνική οικονομία μία οικονομία όπου μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει χωρίς συνέπειες», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Το βασικό σενάριο παραμένει θετικό
Παρά τις προειδοποιήσεις, οι προβλέψεις του ΙΟΒΕ εξακολουθούν να αποτυπώνουν θετική πορεία.
Το Ίδρυμα αναμένει ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 2% το 2027, εκτιμώντας ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Βασικοί μοχλοί της μεγέθυνσης θα παραμείνουν οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση. Για το 2027, η πιθανή αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η βελτίωση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα μπορούσαν να προσφέρουν πρόσθετη ώθηση στις εξαγωγές και στην οικονομική δραστηριότητα.
Το θετικό σενάριο, ωστόσο, συνυπάρχει με σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνεται και η παραγωγικότητα εξακολουθεί να υπολείπεται των ευρωπαϊκών επιδόσεων.
Η ζήτηση τρέχει ταχύτερα από την προσφορά
Ο Νίκος Βέττας συνόψισε την πορεία της ελληνικής οικονομίας των τελευταίων ετών επισημαίνοντας ότι η ζήτηση αυξήθηκε ταχύτερα από την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.
Η μείωση της αβεβαιότητας και η άνοδος των εισοδημάτων ενίσχυσαν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η εγχώρια παραγωγή, όμως, δεν κατάφερε να ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό.
Η ανισορροπία μπορεί να αποκατασταθεί είτε μέσω επιβράδυνσης της ζήτησης είτε μέσω αύξησης της προσφοράς.
Το δεύτερο αποτελεί το επιθυμητό σενάριο και προϋποθέτει νέες παραγωγικές επενδύσεις, ενίσχυση της παραγωγικότητας και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης.
Το στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η αύξηση της παραγωγικότητας αναδεικνύεται στην κεντρική πρόκληση για την επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.
Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο, οι επιχειρηματικές δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη παραμένουν περίπου στο 0,8% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η αξιοποίηση τεχνολογίας που αναπτύσσεται στο εξωτερικό μπορεί να διατηρήσει την οικονομία σε τροχιά μεγέθυνσης, δεν αρκεί όμως για να επιταχύνει ουσιαστικά τη σύγκλιση με τις περισσότερο προηγμένες οικονομίες.
Για να προσελκύσει ανθρώπινο κεφάλαιο και επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, η χώρα χρειάζεται ισχυρότερους μηχανισμούς έρευνας και ανάπτυξης, οι οποίοι θα συνδέονται στενότερα με την παραγωγή και τις επιχειρήσεις.
Οι δύο δείκτες που χρειάζονται προσοχή
Το ΙΟΒΕ ξεχωρίζει δύο μεγέθη που θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά το επόμενο διάστημα: τον πληθωρισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός σε σχέση με την Ευρωζώνη επηρεάζει την αγοραστική δύναμη και υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί ένδειξη ότι η εγχώρια ζήτηση εξακολουθεί να αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.