«Η καριέρα δεν ήταν αυτοσκοπός»

H Ντέπη Τζιμέα συμπληρώνει 13 χρόνια στη διαχείριση της συνολικής επικοινωνίας του ΟΤΕ, συμβάλλοντας στην σύγχρονη εικόνα του.

Συνέντευξη στην Πέννυ Κούτρα*

Στην πορεία της, δεν επέλεξε ποτέ το δρόμο της γραμμικής εξέλιξης. Όταν οι μορφωμένες γυναίκες της εποχής της έμπαιναν στο στίβο της εργασίας, διεκδικώντας την οικοδόμηση καριέρας, εκείνη δημιούργησε οικογένεια και μεγάλωνε τα παιδιά της. Αργότερα, ως επαγγελματίας, σε μια κομβική εποχή που όλοι στρέφονταν στον δυναμικό χώρο των επιχειρήσεων και της ελεύθερης οικονομίας, η Ντέπη Τζιμέα, άφηνε το πόστο της για να ενταχθεί σε έναν πολυπλόκαμο οργανισμό, όπως ο ΟΤΕ, ο οποίος βρισκόταν υπό κρατικό έλεγχο. Ο τρόπος που επέλεξε να λειτουργεί, φαίνεται ότι τη δικαιώνει. Σήμερα, σχεδόν 13 χρόνια μετά την ανάληψη θέσης ως Διευθύντρια Εταιρικής Επικοινωνίας ενός Οργανισμού, με ειδικό πολιτικό και οικονομικό βάρος, έχει κερδίσει τόσο την εμπιστοσύνη των άμεσων προϊσταμένων της – που ήταν πολλοί και διαφορετικής προέλευσης κατά τη διάρκεια των χρόνων – και των συνεργατών της, όσο και την αναγνώριση της ευρύτερης αγοράς.

Όταν κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας, της μετέφερα εγκωμιαστικά σχόλια που προέρχονται όχι μόνο από την ευρύτερη διαφημιστική αγορά και τους έμμεσα εμπλεκόμενους με την επικοινωνία του ΟΤΕ, άλλα και από διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων – κατά κανόνα άσχετων με τη δραστηριότητα του ΟΤΕ και άρα με τις συναλλαγές του – στάθηκε μόνο σε μία έννοια, αυτή της εμπιστοσύνης. «Νόμισμα της επικοινωνίας είναι η εμπιστοσύνη. Και την εμπιστοσύνη δεν πας στο ταμείο να την πάρεις. Δε φτάνει να σε εμπιστεύεται για παράδειγμα, αυτός στον οποίο αναφέρεσαι, να είσαι ο έμπιστός του. Πρέπει να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των πολλών μέσα και έξω από τον επαγγελματικό σου χώρο. Ιδιαίτερα αυτών που θα χρειαστεί έχοντας διαφορετική άποψη, να τους αρνηθείς. Χρειάζεται επιμονή, αλήθεια και δικαιοσύνη. Όχι, για μια στιγμή, αλλά συνεχώς. Είναι στάση ζωής».

Η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης ομολογεί πως πήρε χρόνο. Το 2001 οπότε και εντάχθηκε στο δυναμικό του ΟΤΕ, αυτός αποτελούσε ακόμη ένα κρατικό μονοπώλιο, όπου η πολιτική παρέμβαση ήταν ισχυρή και η κυρίαρχη νοοτροπία ήταν δημοσιουπαλληλική. Εκείνη κλήθηκε να διαχειριστεί, τόσο το ευαίσθητο σκέλος της επικοινωνίας ενός σημαντικού οργανισμού, που βρισκόταν σε φάση μετεξέλιξης, όσο και ένα τεράστιο διαφημιστικό προϋπολογισμό. «Προτάσεις από τον ΟΤΕ δέχτηκα δύο φορές, πριν τελικά αποφασίσω να ενταχθώ στο δυναμικό του το 2001. Το πρώτο μου συμβόλαιο είχε διάρκεια τριών ετών. Πίστευα ότι θα ήταν άθλος να σπάσω το φράγμα του ενάμιση χρόνου που είχε η προκάτοχός μου. Σε ένα πόστο όπως το δικό μου, παραδοσιακά πολιτικό, που άλλαζε ανάλογα με τις κυβερνήσεις, εγώ είχα έρθει από την αγορά με διαδικασίες, νέες για τα δεδομένα του Ομίλου, τότε. Στους 22.000 εργαζόμενους μόλις 6 προερχόμασταν από τον ιδιωτικό τομέα».

tzimea1

 

Είναι χαρακτηριστικό πως από τις κρίσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί κατά τη διάρκεια της θητείας της στον ΟΤΕ – που ήταν πολλές αν αναλογιστεί κανείς το δρόμο που διανύθηκε έως τη μετάβαση του ΟΤΕ στην πλήρη ιδιωτικοποίηση, αλλά και την αντιμετώπιση του ολοένα αυξανόμενου ανταγωνισμού – ξεχωρίζει μόνον την πρώτη φάση αμφισβήτησης προς το πρόσωπο της. «Την πρώτη κιόλας εβδομάδα μου στη δουλειά, ένα πρωί ερχόμενη στο γραφείο βρήκα κολλημένες αφίσες σε όλα τα ασανσέρ του κτιρίου με τα προσωπικά και επαγγελματικά μου δεδομένα. Τα ίδια φυλλάδια είχαν μοιραστεί στα γραφεία των νέων συνεργατών μου. Ήταν σοκ. Ο τότε Πρόεδρος του ΟΤΕ, όταν υπέβαλλα την ίδια μέρα την παραίτησή μου, μού είπε «θα συνηθίσεις…». Εκείνος δεν την έκανε δεκτή. Εγώ από την πλευρά μου, δεν συνήθισα, προσπάθησα να αλλάξω τα δεδομένα. Οι δυσκολίες ήταν εμφανείς. Το ίδιο εμφανείς όμως ήταν και οι δυνατότητες της εταιρείας. Υπήρχαν εξαιρετικοί συνεργάτες, αλλά και σημαντικά προβλήματα. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Από την αρχή συνειδητοποίησα ότι το να ακούω προσεκτικά και να δίνω το παράδειγμα ήταν το άλφα και το ωμέγα. Ήταν ο συντομότερος δρόμος για να γίνω πειστική, για να αρχίσουμε την αλλαγή. Πήρε καιρό, χρειάστηκε δουλειά, σχέδιο, καλή ομάδα, εμπιστοσύνη».

H ΛΙΣΤΑ: Οι 20 πιο ισχυρές Ελληνίδες στις επιχειρήσεις

Το 2001, ήταν το χρονικό ορόσημο εισόδου της χώρας σε μια νέα εποχή. Η ένταξη στην Ευρωζώνη, άνοιγε έναν νέο δρόμο μεγάλων προκλήσεων, απαιτήσεων και προσαρμογών. Η εγχώρια οικονομία καλούνταν να μετασχηματιστεί. Μπορεί κάποιες από αυτές τις προσαρμογές – δημοσιονομικές, οικονομικές και κοινωνικές – να μην έχουν εκπληρωθεί, ωστόσο, για τον ΟΤΕ το στοίχημα είχε τεθεί. « Ήταν μια περίοδος που ο ΟΤΕ έχανε μάχες στην αγορά. Οι άνθρωποι του ΟΤΕ ένοιωθαν απογοητευμένοι και νικημένοι. Και ως ένα βαθμό ήταν. Τα δεδομένα έξω άλλαζαν γρηγορότερα από αυτό που ήξεραν τόσα χρόνια. Έπρεπε να περάσουν μπροστά, να νιώσουν ξανά νικητές, να είναι περήφανοι για τη δουλειά τους. Ξεκίνησα από την ομάδα μου, που σταδιακά άρχισε να γίνεται δεκτική, να καλωσορίζει το καινούριο, να τους αφορά περισσότερο αυτό που συνέβαινε στο γραφείο τους, στην ομάδα, στην εταιρεία. Αυτός ήταν ο στόχος. Να συνδεθούμε και να δουλέψουμε καλύτερα, όλοι μαζί. Κανείς δεν μπορεί να πετύχει σημαντικά πράγματα μόνος του. Χωρίς ομάδα. Δίνοντας χώρο στους συνεργάτες μου, αφήνοντάς τους να βγαίνουν εκείνοι αντί για εμένα μπροστά, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά τους κέρδισα χρόνο, εμπιστοσύνη και σεβασμό. Η αλλαγή είχε ουσιαστικά αρχίσει».

Η αρχή μπορεί να ήταν αποκαρδιωτική ωστόσο σταδιακά ήρθαν και οι μεγάλες ηθικές ανταμοιβές. Οι σχέσεις και οι συνεργασίες άρχισαν να αποκτούν άλλη δυναμική, το χάσμα ανάμεσα σε παλιούς και νέους μίκραινε, πρωτότυπες ιδέες αναδύονταν από τις ομάδες, μία νέα εποχή ξεκινούσε. «Όταν οι τεχνικοί του ΟΤΕ είδαν για πρώτη φορά διαφημιστικό αφιερωμένο στη δουλειά τους, συνειδητοποίησαν ότι το έργο τους αναγνωρίζεται. Στο εταιρικό ασανσέρ άκουγα ανθρώπους που δεν με ήξεραν να μιλούν με ενθουσιασμό για κάτι που είχαμε υλοποιήσει στην εταιρική επικοινωνία. Μια άλλη φορά θυμάμαι, μέσα στον κινηματογράφο, έπαιζε η διαφήμιση «Για όλα φταίει ο ΟΤΕ» και αφού τελείωσε το σποτ, το κοινό χειροκρότησε. Δε φαντάζεστε, τι ανταμοιβή ήταν αυτή!».

tzimea2

Μετά από μια μακρά περίοδο σταδιακής αποκρατικοποίησης, που ξεκίνησε το 1996, σήμερα ο ΟΤΕ ελέγχεται σε ποσοστό 40% από την Deutsche Telekom ενώ το μερίδιο του ελληνικού δημοσίου ανέρχεται στο 10%. Εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος τηλεπικοινωνιακός πάροχος στην Ελλάδα, ενώ μαζί με τις θυγατρικές του αποτελεί έναν από τους κορυφαίους τηλεπικοινωνιακούς ομίλους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και απασχολεί περίπου 25.000 άτομα σε 3 χώρες. Είναι μία από τις πέντε μεγαλύτερες εταιρείες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, σύμφωνα με την κεφαλαιοποίηση του, ενώ οι μετοχές του διαπραγματεύονται στο διεθνές χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η ευθύνη της κ.Τζιμέα εξακολουθεί να είναι τεράστια. «Το οξυγόνο της δικής μας δουλειάς παράγεται από κάθε τομέα λειτουργίας της εταιρείας. Αυτό το οξυγόνο μπορεί να γίνει ζωογόνος ενέργεια, μπορεί όμως να ανάψει και φωτιές, καθώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί κάτι που χρειάζεται διαχείριση. Άρα, χρειάζεται επαγρύπνηση, σχέδιο και μία ομάδα υψηλού επιπέδου και ευαισθησίας. Είναι σημαντικό να μπορείς να βάζεις προτεραιότητες, αλλά και να διαχειρίζεσαι πολλά ζητήματα ταυτόχρονα. Γι’ αυτό και η ψυχραιμία και η αντοχή στην πίεση από πολλές πλευρές είναι προαπαιτούμενα».

Ο CEO του ΟΤΕ Μιχάλης Τσαμάζ, σε πρώτο πρόσωπο, αποκλειστικά στο FortuneGreece.com

Πέρα από την εσωτερική οργάνωση ωστόσο, η διεύθυνση επικοινωνίας ενός τέτοιου οργανισμού έχει να αντιμετωπίσει και την ευρύτερη αγορά. Παρά την πτώση της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης, ο όμιλος ΟΤΕ εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους διαφημιζόμενους της χώρας. Η Ντέπη Τζιμέα παραδέχεται ότι αντιμετώπισε τον κυνισμό της αγοράς, και ανθρώπους που νόμιζαν ότι όλα γίνονται κάτω από το τραπέζι. «Απέδειξα ότι υπάρχει τρόπος να κάνεις τα πάντα αξιοκρατικά. Βραχυπρόθεσμα μπορεί να είναι πιεστικό. Μακροπρόθεσμα όμως, έχει το καλύτερο αποτέλεσμα. Είναι σημαντικό να μην χάνεις τον ορίζοντα, ακόμη και εάν έχεις πολλά σύννεφα μπροστά σου: κρίσεις, ζητήματα να χειριστείς, αντικρουόμενα συμφέροντα, πολλά θέματα να επικοινωνήσεις ταυτόχρονα σε πολλά διαφορετικά κοινά».

Σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης με τις συνακόλουθες επιπτώσεις σε όλο το φάσμα της οικονομίας, υποστηρίζει ότι η εταιρική υπευθυνότητα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, προάγοντας ένα μοντέλο χρηστής διαχείρισης. «Οι κρίσεις παρέχουν πολλές φορές άλλοθι για αδράνεια. Όμως η εταιρική υπευθυνότητα δεν εξαντλείται στην προσφορά οικονομικής βοήθειας σε κάποιο κοινωφελές ίδρυμα. Αφορά στον ηθικό και υπεύθυνο τρόπο λειτουργίας μιας εταιρείας, τη διαφάνεια και την υπεύθυνη οικονομική συμπεριφορά, σταθερές που δεν επιδέχονται «εκπτώσεις» λόγω κρίσης. Η βαρύτητα του ΟΤΕ είναι τεράστια. Μόνο, οι έμμεσες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται χάρη στον Όμιλο ΟΤΕ ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες. Εν μέσω κρίσης είναι από τις λίγες εταιρείες που κάνουν προσλήψεις. Μέσα σε μια πενταετία οι επενδύσεις του Ομίλου ξεπέρασαν τα 2 δισ ευρώ και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αγγίξουν τα 1,2 δισ. ευρώ, σημαντικό μέρος των οποίων αφορά σε δίκτυα Νέας Γενιάς σταθερής και κινητής τηλεφωνίας. Έτσι, συμβάλλουμε καθοριστικά στην επίτευξη των στόχων του Ψηφιακού Θεματολογίου 2020 για την Ελλάδα και, ταυτόχρονα, βοηθάμε τη χώρα να μεταβεί στη νέα ψηφιακή εποχή. Ο Όμιλος ΟΤΕ είναι συνδιαμορφωτής της νέας εποχής. Αυτή είναι η πρωταρχική κοινωνική ευθύνη του».

Παρά του ότι οι σπουδές και η συγκρότηση της Ντέπης Τζιμέα θα μπορούσαν να την έχουν οδηγήσει σε έναν άλλο επαγγελματικό ρόλο, όπου η ίδια θα ήταν το «αφεντικό», υπογραμμίζει πως ποτέ δεν σκέφτηκε μια τέτοια εκδοχή του εαυτού της. «Ίσως γιατί δεν πάσχω από το σύνδρομο του υπαλλήλου. Η μεγάλη μου πρόκληση ήταν πάντα, οι δικές μου ανάγκες να συνταιριάζονται με τις ανάγκες και τους σκοπούς μιας πιο σημαντικής από εμένα συλλογικότητας». Για μια επαγγελματία της δικής της θέσης και καταξίωσης, μοιάζει οξύμωρο να δηλώνει ότι δεν ονειρεύτηκε ποτέ μια καριέρα στις επιχειρήσεις και πολύ περισσότερο στον τομέα της επικοινωνίας. «Η πρώτη μου επαγγελματική επιθυμία ήταν να γίνω δασκάλα. Ένα ατύχημα και δύο μήνες στο σπίτι σαμποτάρανε το σχέδιο αυτό καθώς τότε, για να μπεις στο παιδαγωγικό χρειαζόταν άριστα στις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου. Η εισαγωγή μου στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίου Δικαίου, οφείλεται σε αυτή την ανατροπή και σε μια φιλόλογο, μέντορα, που αγαπούσε τη δουλειά της. Όμως ακόμη και τότε, δεν είχα σκοπό να γίνω «γυναίκα καριέρας». Δεν χωρούσα σε αυτόν τον τίτλο, τον ένιωθα συντηρητικό, ίσως και εγκλωβιστικό. Ειδικά όταν γέννησα, ήθελα να είμαι μαμά, να μεγαλώνω τα παιδιά μου, δίνοντας τη βαρύτητα που αρμόζει στο ρόλο αυτό και απολαμβάνοντας την ολοκλήρωση που προσφέρει. Και αυτό έκανα για δέκα χρόνια. Η καριέρα προέκυψε αργότερα».

tzimea3

Πήρε το πρώτο της πτυχίο, ενώ παράλληλα δούλευε. Στα 21 της χρόνια παντρεύτηκε και πολύ σύντομα έγινε μητέρα, αποφασίζοντας να κάνει διάλειμμα από τη δουλειά, όχι όμως και από το πανεπιστήμιο, καθώς συνέχισε τις σπουδές της στη Νομική. Όταν ο γιος της Αλέξανδρος πήγε πια στο νηπιαγωγείο, εκείνη επέστρεψε στην αγορά εργασίας και συγκεκριμένα στο χώρο της διαφήμισης. Και αυτή η κίνηση ωστόσο ανατράπηκε σύντομα, όταν μετακόμισε με την οικογένεια της στην Αγγλία. Εκεί έφερε στον κόσμο την κόρη της Άλκηστη, και παράλληλα απέκτησε το μεταπτυχιακό της στην Επικοινωνία από το Πανεπιστήμιο Stirling. Όταν και η κόρη της έγινε πέντε ετών, και έχοντας γυρίσει πλέον στην Ελλάδα, ξεκίνησε ξανά να δουλεύει στο χώρο της κινητής τηλεφωνίας, στην εταιρεία Telestet, αρχικά στην εμπορική επικοινωνία (marketing communications) και στη συνέχεια στην εταιρική (corporate communications). Από εκείνη τη θέση μεταπήδησε στον ΟΤΕ όπου τον Φεβρουάριο του 2001, ανέλαβε την ευθύνη της εταιρικής του επικοινωνίας. «Για μένα η καριέρα δεν ήταν αυτοσκοπός. Αυτοσκοπός ήταν η ποιότητα σε ότι κάνω. Ήθελα πάντα με ότι καταπιάνομαι, να το κάνω καλά. Επίσης, από την αφοσίωσή μας σε κάτι, ότι και εάν είναι αυτό, πρέπει να παίρνουμε χαρά. Το return on investment πρέπει να είναι θετικό. Η αγάπη γι’ αυτό που κάνεις είναι απαραίτητο συστατικό, όμως συχνά, οι υποχρεώσεις ξεπερνούν τις δυνάμεις και τα αισθήματα. Έκανα την επιλογή να αρχίσω να δουλεύω συστηματικά, αφού τα παιδιά μου είχαν ήδη μεγαλώσει, γιατί πιστεύω ότι δε γίνεται να είσαι executive σε δύο δουλειές. Η πρόσθεση δε βγαίνει. Χρειάζονται άλλα μαθηματικά». Υποστηρίζει σθεναρά πως χρειάζεται μια νέα εταιρική και κοινωνική νοοτροπία που να εντάσσει στον αλγόριθμο της επιτυχίας της όχι μόνο τους οικονομικούς δείκτες, αλλά και την ανθρώπινη διάσταση, την ψυχική ισορροπία, την πνευματική πρόοδο, την πατρότητα και τη μητρότητα. «Στο τμήμα επικοινωνίας στον Όμιλο ΟΤΕ έχουμε πολλές γυναίκες στελέχη που μέσα σε αυτή τη δεκαετία που βρίσκομαι εδώ έφεραν στον κόσμο τριάντα παιδιά. Είναι στόχος μας να βοηθάμε τους εργαζόμενους του Ομίλου να βρουν τις ισορροπίες ανάμεσα στην προσωπική και επαγγελματική ζωή τους. Όχι μόνο είναι ανθρώπινο, αλλά είναι και πιο αποδοτικό».

Μιχάλης Τσαμάζ: Διαβάστε τo δεύτερο μέρος της αποκλειστικής συνέντευξης στον Σωτήρη Δανέζη

Σε ένα εξόχως ανταγωνιστικό εργασιακό περιβάλλον, σε μια εποχή που οι στατιστικές συνεχίζουν να αποδεικνύουν το αριθμητικό έλλειμμα γυναικείας ηγεσίας στην Ελλάδα, η επιλογή να υπερασπίζεσαι και άλλους ρόλους που εκπορεύονται από το φύλο σου, ακούγεται τολμηρή. Παρατηρεί και η ίδια ότι υπάρχουν διακρίσεις λόγω φύλου, ωστόσο υποστηρίζει ότι αυτό μπορεί να αλλάξει. «Εδώ, υπάρχει μία ιστορία που θα ήταν αστεία αν δεν καταδείκνυε με τον πιο γνήσιο και αυθόρμητο τρόπο το πώς αντιμετωπίζονται συχνά, οι γυναίκες στον επαγγελματικό στίβο. Ένας εξωτερικός συνεργάτης αναζητούσε ένα στέλεχος για μία θέση στην εταιρεία του. Του προώθησα κάποια βιογραφικά. Όταν τον ρώτησα εάν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του έργου, απάντησε: «μου στείλατε μόνο βιογραφικά γυναικών. Υπάρχουν δύο κατηγορίες γυναικών, οι όμορφες και χαζές ή οι έξυπνες και άσχημες». Χαμογέλασα μέσα μου και τον ρώτησα ευθέως σε ποια κατηγορία με κατατάσσει. Αιφνιδιασμένος μου απάντησε ότι «εσάς δε σας έχω δει ποτέ σαν γυναίκα». Το γεγονός αποδεικνύει, όλα όσα λένε οι στατιστικές. Η διάκριση των φύλων είναι διάκριση ανάμεσα σε ανθρώπους, ένα είδος ρατσισμού. Πώς τη σταματάς; Οι επικεφαλής να εμπιστευόμαστε τους άξιους και τις άξιες. Οι εκπαιδευτικοί να διδάσκουν παιδιά και όχι, μαθητές ή μαθήτριες. Οι εταιρείες να στηρίζουν τους ανθρώπους τους. Η διαφορετικότητα των φύλων είναι απαραίτητη για την ισορροπία».

*Το άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα

** Φωτογράφηση Σύλβια Διαμαντοπούλου