Λίμνη Μόρνου: Οι βροχές έφεραν «ανάσα», αλλά το φάσμα της λειψυδρίας δεν έχει φύγει

Λίμνη Μόρνου: Οι βροχές έφεραν «ανάσα», αλλά το φάσμα της λειψυδρίας δεν έχει φύγει
ΟΙ ΒΡΟΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ Ο ΟΓΚΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΟΡΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΩΝ ΤΟΥ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΟΡΜΗΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΗ ΜΟΡΝΟΥ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ Η ΣΤΑΘΜΗ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΧΑΜΗΛΗ (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI) Photo: Eurokinissi
Το φαινόμενο Hurst, τα 683,5 εκατ. κυβικά στους ταμιευτήρες της Αττικής και γιατί η καλή χρονιά δεν επιτρέπει εφησυχασμό.
  • Η έκταση της λίμνης του Μόρνου παραμένει 26% χαμηλότερη από τον μέσο όρο Φεβρουαρίου (2006–2024), παρά τις έντονες βροχοπτώσεις
  • Τα αποθέματα στους τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες της Αττικής ανέρχονται σε 683,5 εκατ. κυβικά μέτρα
  • Το «φαινόμενο Hurst» δείχνει ότι οι ξηρασίες τείνουν να επανέρχονται — μία καλή χρονιά δεν ακυρώνει τον κίνδυνο

Η παρακολούθηση της κατάστασης στη Λίμνη του Μόρνου αποτελεί προτεραιότητα για τη μονάδα ΜΕΤΕΟ του Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, η οποία αξιοποιεί δορυφορικά δεδομένα Sentinel-2, μετεωρολογικούς σταθμούς και εκτιμήσεις χιονοκάλυψης.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2026, η έκταση της λίμνης υπολογίστηκε σε 13 km², όταν ο μέσος όρος Φεβρουαρίου για την περίοδο 2006–2024 είναι 17,6 km². Παρά τη βελτίωση λόγω των φετινών βροχοπτώσεων, η στάθμη παραμένει χαμηλότερη από τα ιστορικά επίπεδα.

Τα αποθέματα της Αττικής και το καλοκαίρι που έρχεται

Σύμφωνα με στοιχεία για τους τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες της Αττικής — Μόρνο, Εύηνο, Υλίκη και Μαραθώνα — τα διαθέσιμα αποθέματα ανέρχονται σε 683,5 εκατ. κυβικά μέτρα. Η εικόνα είναι ελαφρώς βελτιωμένη σε σχέση με πέρυσι, κυρίως λόγω των αυξημένων βροχοπτώσεων στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.

Για το επερχόμενο καλοκαίρι δεν διαφαίνεται άμεσος κίνδυνος επάρκειας. Όμως, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η «ανάσα» δεν πρέπει να μεταφραστεί σε υπερκατανάλωση ή αδράνεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το «φαινόμενο Hurst» και το μάθημα του 1988–1994

Η υδρολόγος Ελισσάβετ Φελώνη υπενθυμίζει το λεγόμενο «φαινόμενο της εμμονής» ή «φαινόμενο Hurst»: οι ακραίες υδρολογικές καταστάσεις, όπως οι ξηρασίες, τείνουν να ομαδοποιούνται χρονικά.

Κατά την παρατεταμένη ξηρασία 1988–1994, μεσολάβησε μια καλή υδρολογική χρονιά (1990–91), χωρίς όμως να αποτραπεί η επάνοδος της ξηρασίας για άλλα δύο έτη. Το μήνυμα είναι σαφές: η διαχείριση των υδατικών πόρων απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό και όχι αντιδράσεις της στιγμής.

Η άνιση κατανομή των βροχών και το πρόβλημα στα νησιά

Η Δυτική Ελλάδα επωφελείται παραδοσιακά από υψηλότερα ύψη βροχής λόγω της Πίνδου. Αντίθετα, στα περισσότερα νησιά η υδρολογική ξηρασία παραμένει έντονη, λόγω μικρών λεκανών απορροής, περιορισμένων υπόγειων αποθεμάτων και κινδύνου υφαλμύρισης.

Οι μονάδες αφαλάτωσης αυξάνονται, αλλά — όπως επισημαίνεται — δεν μπορούν να αποτελούν αποσπασματική λύση. Χρειάζεται ορθολογικός σχεδιασμός με πρόβλεψη ενεργειακού κόστους και περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Η Μεσόγειος ως «hotspot» κλιματικής αλλαγής

Η Μεσόγειος χαρακτηρίζεται διεθνώς ως hotspot της κλιματικής αλλαγής. Η αύξηση της θερμοκρασίας εντείνει την εξατμοδιαπνοή, μειώνοντας το διαθέσιμο γλυκό νερό ακόμη και αν οι βροχοπτώσεις παραμείνουν σταθερές.

Η περιορισμένη χιονοκάλυψη — φυσική «αποθήκη» νερού για την άνοιξη — επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι η μετάβαση από τη «διαχείριση κρίσης» στη «διαχείριση κινδύνου», με διαφάνεια, επιστημονική τεκμηρίωση και ενίσχυση της υδατικής παιδείας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: