Με το να κοντράρει την Κίνα, η Αυστραλία μπορεί να καταλήξει μόνη της

AFP

Η Αυστραλία είναι πλέον παραγκωνισμένη καθώς δεν έχει ανώτερο πολιτικό διάλογο με την Κίνα και αντιμετωπίζει ένα εύρος εμπορικών εμποδίων.

του James Laurenceson

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση, η Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και η Καμπέρα ανακοίνωσαν το σύμφωνο AUKUS: μια συμμαχία αμοιβαίας ασφάλειας που προορίζεται να αντιμετωπίσει την Κίνα. Η συμφωνία χαιρετίστηκε ως «ιστορική ευκαιρία» από τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας Scott Morrison «για την προστασία των κοινών αξιών και την προώθηση της ασφάλειας και της ευημερίας στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού».

Καθώς η στρατηγική αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας εντείνεται, καμία άλλη πρωτεύουσα στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού δεν έχει ξεπεράσει την προθυμία της Καμπέρα να υποστηρίξει την Ουάσινγκτον, καθώς και να προσπαθήσει να προσελκύσει άλλους προς το σκοπό αυτό. Συμφωνίες όπως η AUKUS ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι αυτές οι προσπάθειες αποδίδουν, καθώς η Αμερική υποστηρίζει σθεναρά τις προσπάθειες της Καμπέρα σε μια στιγμή που επιδεινώνονται οι σχέσεις της με την Κίνα.

Αλλά ο τομέας του εμπορίου λέει μια πιο περίπλοκη ιστορία. Ο χειρισμός των σχέσεων με μια υπερδύναμη από την Καμπέρα έχει προσφέρει ένα μάθημα χωρίς κόστος σε άλλους. Η Αυστραλία είναι το πιο έντονο παράδειγμα διλήμματος που αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες της περιοχής: βασίζονται στην Κίνα για την οικονομική ανάπτυξη, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλεια. Οι επιλογές της Καμπέρα αποκαλύπτουν τα λάθη που κρύβονται πίσω από μια νοοτροπία που θεωρεί ότι το να υφίστασαι οικονομικές συνέπειες για την «κόντρα απέναντι στην Κίνα» είναι σήμα τιμής – και πώς μια χώρα που υιοθετεί μια τέτοια προσέγγιση πιθανότατα θα μπορούσε να είναι μόνη της.

Η στάση της Αυστραλίας εναντίον της Κίνας αναδύθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2016. Όμως, ως επί το πλείστον, το Πεκίνο περιόρισε τη δυσαρέσκειά του σε διπλωματικό πεδίο. Η τελευταία φορά που πραγματοποιήθηκε επίσκεψη ηγέτη ήταν τον Μάρτιο του 2017 και οι επισκέψεις σε επίπεδο υπουργών ήταν ελάχιστες.

Αυτό άλλαξε τον Απρίλιο του 2020 όταν οι πολιτικοί ηγέτες της Αυστραλίας έδωσαν μια ξεχωριστή εντύπωση συντονισμού με την κυβέρνηση Τραμπ για να επιτεθούν στην Κίνα λόγω της πανδημίας του COVID-19.

Το Πεκίνο έθεσε μια σειρά εμπορικών εμποδίων που επηρεάζουν τώρα περίπου δώδεκα είδη που εξάγονται από την Αυστραλία – από τον άνθρακα έως το κρασί.

Παρά τους υποστηρικτές της «γενναίας» προσέγγισης της Καμπέρα που τονίζουν ότι αξιωματούχοι στο Τόκιο και στο Νέο Δελχί έχουν εκδώσει κοινές δηλώσεις με την Καμπέρα που «αντιτίθενται σε καταναγκαστικές οικονομικές πρακτικές», ούτε το Τόκιο ούτε το Νέο Δελχί ήταν διατεθειμένα να αντιμετωπίσουν την Κίνα απευθείας.

Η Ινδονησία, το αδιαμφισβήτητο κέντρο οικονομικής και στρατηγικής βαρύτητας στη Νοτιοανατολική Ασία, αρνήθηκε απολύτως να συνυπογράψει οποιαδήποτε αναφορά σε οικονομικό καταναγκασμό.

Το γεγονός είναι ότι πολλές πρωτεύουσες έχουν σοβαρές ανησυχίες για τη συμπεριφορά της Κίνας υπό τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ και έχουν πολύ πιο σοβαρές άμεσες διαμάχες με το Πεκίνο απ’ ό,τι η Καμπέρα. Αλλά λίγοι είναι πεπεισμένοι ότι η προσέγγιση της αυστραλιανής κυβέρνησης είναι προτιμότερη από μια στρατηγική επιφυλακτικής αντιστάθμισης.

Η Αυστραλία είναι πλέον παραγκωνισμένη καθώς δεν έχει ανώτερο πολιτικό διάλογο με την Κίνα και αντιμετωπίζει ένα εύρος εμπορικών εμποδίων.

Μετά από οκτάμηνη επανεξέταση της εμπορικής σχέσης ΗΠΑ-Κίνας, αυτή την εβδομάδα η υπουργός εμπορίου των ΗΠΑ, Κάθριν Τάι, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν επιδιώκει την «επανασύνδεση» και όχι την αποσύνδεση. Η ίδια δήλωσε ότι πρόθεσή της ήταν να προωθήσει αυτή την ατζέντα και να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες ανησυχίες των ΗΠΑ μέσω του άμεσου διαλόγου και των διαπραγματεύσεων με την κινεζική πλευρά.

Εντωμεταξύ, ο υπουργός Εμπορίου της Αυστραλίας, Dan Tehan, δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ούτε μια τηλεφωνική επικοινωνία με τον ομόλογό του στο Πεκίνο από τότε που ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο τον περασμένο Δεκέμβριο.