Μουσεία, θέατρο και κινηματογράφος συνδέονται με βραδύτερη βιολογική γήρανση

Μουσεία, θέατρο και κινηματογράφος συνδέονται με βραδύτερη βιολογική γήρανση
Photo: Eurokinissi
Όσοι συμμετείχαν συχνότερα σε πολιτιστικές δραστηριότητες εμφάνιζαν βιολογική ηλικία έως και τρία χρόνια μικρότερη, χωρίς ωστόσο η έρευνα να αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος
  • Η συχνή παρουσία σε κινηματογράφους, μουσεία, εκθέσεις, θέατρα και συναυλίες συνδέθηκε με χαμηλότερη βιολογική ηλικία.
  • Η έρευνα βασίστηκε σε στοιχεία 1.899 ενηλίκων άνω των 50 ετών που ζούσαν στην Αγγλία.
  • Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν αποδεικνύει ότι οι πολιτιστικές δραστηριότητες επιβραδύνουν από μόνες τους τη γήρανση.

Οι τακτικές επισκέψεις σε μουσεία, κινηματογράφους, θέατρα και συναυλίες μπορεί να συνδέονται όχι μόνο με καλύτερη ψυχική διάθεση και ισχυρότερες κοινωνικές σχέσεις, αλλά και με βραδύτερη βιολογική γήρανση.

Αυτό δείχνει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Epidemiology and Community Health και εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στην πολιτιστική συμμετοχή και στη φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπινου οργανισμού.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, όσοι συμμετείχαν σε πολιτιστικές δραστηριότητες τουλάχιστον μία φορά κάθε λίγους μήνες εμφάνιζαν κατά μέσο όρο χαμηλότερη βιολογική ηλικία σε σύγκριση με όσους συμμετείχαν σπάνια ή καθόλου. Η διαφορά έφτανε περίπου τα τρία χρόνια μεταξύ των ομάδων με υψηλή και χαμηλή συμμετοχή.

Τι είναι η βιολογική ηλικία

Η χρονολογική ηλικία δείχνει πόσα χρόνια έχουν περάσει από τη γέννηση ενός ανθρώπου. Η βιολογική ή φυσιολογική ηλικία επιχειρεί να αποτυπώσει πόσο καλά λειτουργεί πραγματικά ο οργανισμός του.

Δύο άτομα της ίδιας ηλικίας μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς την καρδιαγγειακή λειτουργία, τη μυϊκή δύναμη, τον μεταβολισμό, την αναπνευστική ικανότητα και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας τους.

Για να υπολογίσουν τη βιολογική ηλικία, οι ερευνητές συνδύασαν δέκα δείκτες φυσιολογικής λειτουργίας:

  • την πίεση σφυγμού,
  • τη διαστολική αρτηριακή πίεση,
  • τη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης,
  • την αναπνευστική λειτουργία,
  • τα επίπεδα ινωδογόνου,
  • τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη,
  • την LDL χοληστερόλη,
  • τον δείκτη μάζας σώματος,
  • τη δύναμη λαβής,
  • την ταχύτητα βάδισης.

Ο συνδυασμός τους δημιούργησε έναν σύνθετο δείκτη που έδειχνε αν ο οργανισμός ενός συμμετέχοντος λειτουργούσε σαν να ήταν νεότερος ή μεγαλύτερος από τη χρονολογική του ηλικία.

Τα στοιχεία από 1.899 άτομα άνω των 50 ετών

Η επιστημονική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 1.899 ενήλικες που συμμετείχαν στην English Longitudinal Study of Ageing, μια μακροχρόνια έρευνα που παρακολουθεί την υγεία, τις οικονομικές συνθήκες και την κοινωνική ζωή ατόμων ηλικίας 50 ετών και άνω στην Αγγλία. 

Οι συμμετέχοντες είχαν λάβει μέρος σε τουλάχιστον δύο κύματα συλλογής στοιχείων μεταξύ 2004 και 2009, παρέχοντας τόσο ιατρικές μετρήσεις όσο και πληροφορίες για τον τρόπο ζωής τους. 

Οι ερευνητές εξέτασαν πόσο συχνά οι συμμετέχοντες:

  • πήγαιναν στον κινηματογράφο,
  • επισκέπτονταν μουσεία ή γκαλερί τέχνης,
  • παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις,
  • πήγαιναν σε συναυλίες ή στην όπερα.

Η συχνότητα κάθε δραστηριότητας βαθμολογήθηκε από το μηδέν, για όσους δεν συμμετείχαν ποτέ, έως το πέντε, για όσους συμμετείχαν τουλάχιστον δύο φορές τον μήνα.

Από τις απαντήσεις δημιουργήθηκε ένας συνολικός δείκτης πολιτιστικής συμμετοχής από 0 έως 15.

Έως τρία χρόνια μικρότερη βιολογική ηλικία

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι με υψηλότερη πολιτιστική συμμετοχή είχαν μέση βιολογική ηλικία περίπου 66,9 ετών, έναντι περίπου 69,9 ετών για εκείνους με χαμηλότερη συμμετοχή. (Telegraph India)

Ακόμη και μετά την προσαρμογή των αποτελεσμάτων για παράγοντες όπως το εισόδημα, η εργασία, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και τα χρόνια προβλήματα υγείας, η συσχέτιση παρέμεινε.

Κάθε επιπλέον μονάδα στον συνολικό δείκτη πολιτιστικής συμμετοχής συνδεόταν με βιολογική ηλικία μικρότερη κατά περίπου 31 ημέρες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μία επίσκεψη σε ένα μουσείο «αφαιρεί» έναν μήνα από την ηλικία του οργανισμού. Η μέτρηση αποτυπώνει μια στατιστική σχέση ανάμεσα στη συνολική και επαναλαμβανόμενη πολιτιστική δραστηριότητα και στους δείκτες υγείας.

Γιατί ο πολιτισμός μπορεί να συνδέεται με καλύτερη υγεία

Οι συγγραφείς της μελέτης προτείνουν διάφορους πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγούν τα ευρήματα.

Η πολιτιστική συμμετοχή μπορεί να:

  • ενισχύει τις κοινωνικές επαφές,
  • μειώνει τη μοναξιά και την απομόνωση,
  • προσφέρει γνωστική και συναισθηματική διέγερση,
  • ενθαρρύνει τη σωματική μετακίνηση,
  • περιορίζει το άγχος,
  • βελτιώνει την ψυχική υγεία,
  • συνδέεται με έναν γενικότερα πιο ενεργό τρόπο ζωής.

Μια επίσκεψη σε ένα μουσείο ή σε μια συναυλία δεν αποτελεί συνήθως παθητική δραστηριότητα. Απαιτεί σχεδιασμό, μετακίνηση, κοινωνική επαφή και επεξεργασία νέων ερεθισμάτων, παράγοντες που μπορεί να επιδρούν συνδυαστικά στην υγεία.

Δεν αποδεικνύεται σχέση αιτίας και αποτελέσματος

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν πως οι πολιτιστικές δραστηριότητες προκαλούν άμεσα βραδύτερη γήρανση.

Η μελέτη είναι παρατηρητική. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η αντίστροφη σχέση: οι άνθρωποι που είναι ήδη υγιέστεροι μπορεί να έχουν περισσότερη ενέργεια, χρόνο, χρήματα και δυνατότητα μετακίνησης, ώστε να πηγαίνουν συχνότερα στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή σε μουσεία.

Παρότι οι αναλύσεις έλαβαν υπόψη το εισόδημα, την εργασία και τα χρόνια νοσήματα, είναι πιθανό να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που δεν μετρήθηκαν πλήρως.

Για τον λόγο αυτό, το ασφαλέστερο συμπέρασμα είναι ότι η πολιτιστική συμμετοχή συνδέεται με χαμηλότερη βιολογική ηλικία και όχι ότι έχει αποδειχθεί πως την προκαλεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Συγκρίσιμο όφελος με τη σωματική δραστηριότητα

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η έκταση της συσχέτισης ήταν συγκρίσιμη με εκείνη που έχει καταγραφεί για άλλες συμπεριφορές υγιούς γήρανσης, όπως η τακτική σωματική δραστηριότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολιτισμός μπορεί να αντικαταστήσει την άσκηση, την ισορροπημένη διατροφή ή την ιατρική φροντίδα. Υποδηλώνει, όμως, ότι η πρόσβαση στις τέχνες μπορεί να αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που συμβάλλει σε έναν πιο υγιή και δραστήριο τρόπο ζωής.

Η πολιτιστική συμμετοχή έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι μπορεί να είναι ευχάριστη, κοινωνική και σχετικά εύκολα ενσωματώσιμη στην καθημερινότητα.

Οι ανισότητες στην πρόσβαση στον πολιτισμό

Η έρευνα ανέδειξε παράλληλα ότι όσοι συμμετείχαν περισσότερο σε πολιτιστικές δραστηριότητες ήταν συχνότερα γυναίκες, εργάζονταν, είχαν υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και παρουσίαζαν καλύτερη γενική κατάσταση υγείας.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η δυνατότητα συμμετοχής δεν κατανέμεται ισότιμα.

Το κόστος των εισιτηρίων, η απόσταση από πολιτιστικούς χώρους, οι μεταφορές, τα προβλήματα κινητικότητας και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου μπορούν να αποκλείσουν σημαντικό μέρος του πληθυσμού.

Οι ερευνητές θεωρούν ότι η βελτίωση της οικονομικής και γεωγραφικής πρόσβασης σε πολιτιστικές εκδηλώσεις θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παρέμβαση δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους.

Μπορούν οι τέχνες να γίνουν εργαλείο δημόσιας υγείας;

Τα ευρήματα ενισχύουν μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι τέχνες, τα μουσεία και οι πολιτιστικές δομές στην πρόληψη και στην υγιή γήρανση.

Σε ορισμένες χώρες εφαρμόζονται ήδη προγράμματα «κοινωνικής συνταγογράφησης», μέσω των οποίων οι επαγγελματίες υγείας παραπέμπουν ανθρώπους σε κοινωνικές, δημιουργικές ή πολιτιστικές δραστηριότητες παράλληλα με την κλασική ιατρική φροντίδα.

Η νέα μελέτη δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε συγκεκριμένες θεραπευτικές συστάσεις. Προσφέρει, όμως, ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι η υγεία δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά στα νοσοκομεία και στα γυμναστήρια.

Μπορεί να επηρεάζεται και από το αν οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε κοινωνικές εμπειρίες, δημιουργική έκφραση και πολιτιστικά ερεθίσματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: