Να γιατί η Υγεία πρέπει να εξαιρεθεί από τα Μνημόνια

Eαν δεν γίνουν δομικές μεταρρυθμίσεις και δεν υπάρξει γενναία χρηματοδότηση του Συστήματος Υγείας, η ανάταξή του είναι ανέφικτη.

Tης Έλενας Φυντανίδου

Στην αυγή του 2014 είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο η απώλεια ενός 66χρονου καρκινοπαθούς, διότι δεν είχε πρόσβαση σε δημόσιο νοσοκομείο.  Ο λόγος; Είχε απολέσει την εργασία του και μαζί μ’ αυτή το ασφαλιστικό δικαίωμά του. Επειδή ακριβώς ήταν ανασφάλιστος και αδυνατούσε να πληρώσει τις θεραπείες που του είχαν συστήσει οι γιατροί ακόμη και σε δημόσιο νοσηλευτήριο, ο άνθρωπος αυτός πάλεψε μόνος, χωρίς καμία βοήθεια, με το «θηρίο» και, δυστυχώς, έχασε τη μάχη.

Η πολιτεία έδειξε τότε το σκληρό, ανάλγητο πρόσωπό της σε έναν άνθρωπο που στήριζε επί χρόνια το Εθνικό Σύστημα Υγείας.  Ο 66χρονος ήταν ένα από τα πρώτα θύματα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα της κρίσης. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι, μέχρι που η τότε κυβέρνηση πήρε το μήνυμα και ήρε τον παράλογο αποκλεισμό των ανασφάλιστων πολιτών από τις δημόσιες μονάδες υγείας.

H αλήθεια είναι ότι η επταετής μνημονιακή περίοδος στον χώρο της υγείας ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα σκληρή, παρά τις παρεμβάσεις που γίνονται από καιρού εις καιρόν. Το Fortune ζήτησε την άποψη του υπουργού Υγείας Ανδρέα Ξανθού, ωστόσο από το γραφείο του δεν δόθηκε απάντηση παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας.

«Ο προϋπολογισμός του 2017, όπως και οι προηγούμενοι, οδηγεί την υγεία σε επικίνδυνη τροχιά. Εάν δεν γίνουν μεταρρυθμίσεις και δεν ληφθούν διαρθρωτικά μέτρα, η μεγάλη ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμε δεν θα μπορέσει εύκολα να αναταχθεί» διαπιστώνει ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) Μιχαήλ Βλασταράκος.

Τα στοιχεία των δαπανών υγείας από το 2009, οπότε η Ελλάδα βυθίστηκε στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση από την περίοδο της Μεταπολίτευσης, μέχρι σήμερα δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Η χώρα βρίσκεται στις κατώτερες θέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), σε ό,τι αφορά τη δημόσια δαπάνη υγείας, με ένα ποσοστό που ανέρχεται στο 5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ).

Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ), οι δαπάνες την περίοδο της οικονομικής κρίσης ακολούθησαν την πτωτική τάση του ΑΕΠ, το οποίο μειώνεται το 2011 κατά 22,6 δισ. ευρώ (9,8%) και η συνολική δαπάνη κατά 4,4 δισ. ευρώ (18,9%). Το 2012 η μείωση των δαπανών ήταν πάνω από δύο δισ. ευρώ (1% επί του ΑΕΠ ), ενώ το 2013 το ποσοστό των δαπανών υπολογίζεται στο 8,65% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (9,8%). Το ίδιο έτος η δημόσια δαπάνη υγείας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, προσέγγισε το 5,5%, έναντι 7,8% στην Ε.Ε. και 8,0% στην ευρωζώνη.

Σε ό,τι αφορά τις κατά κεφαλήν δαπάνες υγείας, η Ελλάδα σε απόλυτους αριθμούς το 2013 κατείχε μια ενδιάμεση θέση, όταν, όμως, οι δαπάνες αυτές προσαρμόζονται στις οικονομικές δυνατότητες κάθε χώρας, τότε η σειρά τροποποιείται σε σημαντικό βαθμό, με την Ελλάδα να κατέχει την τελευταία θέση.

ygeia
«Σήμερα το σύστημα υγείας υποχρηματοδοτείται, αφού η συνολική δαπάνη για το 2015 ήταν 15 δισ. ευρώ, η δημόσια δαπάνη 9,5 δισ. ευρώ και η ιδιωτική δαπάνη 5,5 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα, η δημόσια δαπάνη για την υγεία να μην ξεπερνά το 5% του ΑΕΠ − ποσοστό που υπολείπεται σημαντικά από το αντίστοιχο άλλων ανεπτυγμένων χωρών» διαπιστώνει ο καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας και του ΙΚΠΙ Γιάννης Τούντας. Από τη διεθνή πείρα, σημειώνει, έχει διαπιστωθεί ότι χώρες που βρέθηκαν σε οικονομική κρίση και δεν περιόρισαν τις κοινωνικές δαπάνες κατάφεραν να βγουν γρηγορότερα από τη δύσκολη αυτή κατάσταση, σε σχέση με κράτη που έκαναν περικοπές στην κοινωνική πολιτική, ακολουθώντας τις οδηγίες-εντολές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Κατά τον ομότιμο καθηγητή Οικονομικών της Υγείας Γιάννη Κυριόπουλο, η δραματική μεταβολή των βασικών οικονομικών μεγεθών (μείωση του εισοδήματος και, κυρίως, αύξηση της ανεργίας) κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης οικονομικήςκρίσης έχει επιφέρει συρρίκνωση των ανθρώπινων, τεχνολογικών και οικονομικών πόρων στην υγεία και την ιατρική περίθαλψη. Τα φαινόμενα αυτά, σε συνδυασμό με τις άστοχες και ατελέσφορες «μνημονιακές» πολιτικές, ευθύνονται για την πτώση της αυτοεκτίμησης του επιπέδου υγείας, την αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης και της ισχαιμικής καρδιοπάθειας, που έχουν ως βάση το άγχος, εξαιτίας της ταχείας μεταβολής των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

«Η μείωση των υγειονομικών πόρων και του εισοδήματος των νοικοκυριών ορθώνει εμπόδια και δυσκολίες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, που εκφράζεται με την αύξηση των ανεκπλήρωτων αναγκών του πληθυσμού. Οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις ενοχοποιούνται για τη διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, που πλήττουν τους χρονίως πάσχοντες, τους φτωχούς, τους ανέργους, τις γυναίκες και τα παιδιά» υπογραμμίζει σχετικά ο καθηγητής. Η απάντηση, προσθέτει, βρίσκεται στην αλλαγή του «μνημονιακού» παραδείγματος και στην ιατρική περίθαλψη με την εναλλακτική ολική επαναφορά στην πρωτοβάθμια φροντίδα και τη δημόσια υγεία.

shutterstock494759236

Το 2011 τα πρώτα σημάδια

Σύμφωνα με τον καρδιολόγο και έναν εκ των εμπνευστών της λειτουργίας του Μητροπολιτικού Κοινωνικού Ιατρείου Ελληνικού Γιώργο Βήχα, τα πρώτα σημάδια επιδείνωσης φάνηκαν το 2011. Οι λόγοι, που ισχύουν και σήμερα, ήταν δύο: ραγδαία αύξηση της ανεργίας και απώλεια της ασφαλιστικής κάλυψης των ανέργων. «Μέχρι και τον Αύγουστο του 2014, οι ανασφάλιστοι ήταν αποκλεισμένοι από τις δημόσιες δομές. Παράλληλα, άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες ελλείψεις από την υποχρηματοδότηση του συστήματος. Εάν κοιτάξει κανείς τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, θα διαπιστώσει από το 2011 τα πρώτα δείγματα επιδείνωσης (νοσηρότητα, βρεφική θνησιμότητα). Τα στοιχεία συμβαδίζουν με την πολιτική που είχε αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2010» επισημαίνει ο Γιώργος Βήχας.

Από το 2014 και μετά υπήρξαν κάποιες πολιτικές παρεμβάσεις, αφού επετράπη στους ανασφάλιστους να επισκέπτονται δημόσιες δομές. Ωστόσο, αυτές οι παρεμβάσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν και από τη σημερινή κυβέρνηση, είναι τόσο μικρές, που, δεδομένης της υποχρηματοδότησης του συστήματος, δεν θα μπορέσουν να αντιστρέψουν το άσχημο κλίμα που υπάρχει.

Ο προϋπολογισμός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), ο οποίος έχει αναλάβει την ιατροφαρμακευτική κάλυψη των ανασφάλιστων πολιτών, είναι μειωμένος το 2017 κατά 200 εκατ. ευρώ. Στοιχεία που παραθέτει ο πρόεδρος του ΠΙΣ δείχνουν ότι η κρατική επιχορήγηση για τον ΕΟΠΥΥ, από τα 526 εκατ. το 2016, μειώθηκε στα 326 εκατ. το 2017. Ωστόσο, αυξήθηκαν περίπου κατά 710 εκατ. ευρώ η παρακράτηση και η απόδοση στον ΕΟΠΥΥ των εισφορών από τις κύριες και επικουρικές συντάξεις.
70% αύξηση της προσέλευσης στο ΕΣΥ

Η προσέλευση των ασθενών στα νοσοκομεία, λόγω της έλλειψης δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της οικονομικής κρίσης, έχει αυξηθεί κατά 70%. «Εάν τα νοσοκομεία μας δεν ενδυναμωθούν συστηματικά και γρήγορα, το σύστημα μάλλον αναμένεται να καταρρεύσει» προβλέπει ο πρόεδρος του ΠΙΣ Μιχαήλ Βασταράκος. Και οι «φωνές» αγωνίας πληθαίνουν. Με τα πιο μελανά χρώματα περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) Μιχάλης Γιαννάκος. Συμφωνεί δε ότι τα δημόσια νοσοκομεία έχουν καταρρεύσει, αφού χρόνο με τον χρόνο συρρικνώνονται δραματικά οι δημόσιες δαπάνες.

Ανάλογη άποψη διατυπώνει και ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών Πέτρος Λυμπερίδης. «Με υποχρηματοδοτούμενη υγεία δεν μπορεί να υπάρξει υγεία. Ειδικά στον χώρο της ιδιωτικής περίθαλψης, η κατάσταση είναι χειρότερη φέτος με την εφαρμογή του νέου ασφαλιστικού και φορολογικού. Το οικονομικό περιβάλλον είναι δραματικό. Στην Περιφέρεια Αττικής, η ανεργία στον κλάδο των φυσικοθεραπευτών αγγίζει το 30%, ενώ πολλοί συνάδελφοί μου αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό» αναφέρει.

Θερίζουν οι νοσοκομειακές λοιμώξεις

Οι ελλείψεις σε υγειονομικό προσωπικό, αλλά και το γεγονός ότι δεν γίνονται οι απαιτούμενες απολυμάνσεις των χώρων των νοσοκομείων και των ιατρικών μηχανημάτων, έχουν οδηγήσει σε αύξηση των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Όπως καταγγέλλει ο Μιχάλης Γιαννάκος, περίπου 2.000 ασθενείς που νοσηλεύονται στα δημόσια νοσοκομεία χάνουν τη ζωή τους από κάποια λοίμωξη. «Εκτιμάται ότι το 15% των περιστατικών που εισάγονται στα δημόσια νοσοκομεία προσβάλλεται από ενδονοσοκομειακό μικρόβιο, όταν σε άλλες χώρες το ποσοστό αυτό δεν υπερβαίνει το 5%. Ο λόγος; Υπάρχει μεγάλη έλλειψη προσωπικού (μειώθηκε κατά 25.000 τα τελευταία επτά χρόνια και έχουν προσληφθεί μόνο700 μόνιμοι και 2.000 με ελαστικές σχέσεις εργασίας), δεν γίνονται οι απαραίτητες απολυμάνσεις των μηχανημάτων, ενώ καθημερινά 50-70 ασθενείς νοσηλεύονται διασωληνωμένοι σε κοινούς θαλάμους περιμένοντας μία κλίνη εντατικής θεραπείας. Οι συνθήκες νοσηλείας είναι τριτοκοσμικές» δηλώνει ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, ο οποίος θεωρεί ότι η μοναδική λύση για την ανάταξη του συστήματος υγείας είναι να εξαιρεθεί από τα μνημόνια.

Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα της Ένωσης Νοσηλευτών Ελλάδας Αριστείδη Δάγλα, η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση σε εμφάνιση ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων λόγω κακής στελέχωσης (κυρίως των μονάδων εντατικής θεραπείας), γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στη δημόσια υγεία και στην οικονομία. «Στοιχεία που ανακοίνωσε ο ΟΟΣΑ για το 2015», αναφέρει, «δείχνουν ότι η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση σε αριθμό νοσηλευτών. Ανά 1.000 κατοίκους έχουμε 3,6 νοσηλευτές, με μέσο όρο το 9,1. Το νοσηλευτικό προσωπικό της χώρας έχει μειωθεί περίπου στο μισό την τελευταία δεκαετία. Στο ΕΣΥ υπηρετούν λιγότεροι από 15.000 νοσηλευτές, με ανάγκες υπερδιπλάσιες βάσει των οργανισμών των νοσοκομείων».

Κοινή διαπίστωση είναι ότι, εάν δεν πραγματοποιηθούν δομικές μεταρρυθμίσεις και δεν υπάρξει γενναία χρηματοδότηση, η ανάταξή του είναι ανέφικτη. Από τις συζητήσεις με παράγοντες του χώρου διαπιστώνεται ότι μνημόνιο και κοινωνικό κράτος δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Όπως λέει και ο Γιώργος Βήχας, «όχι μόνο δεν βλέπουμε φως στο τούνελ, αλλά βλέπουμε μια προσπάθεια να επικρατήσει η άποψη ότι μπορούμε να ασκήσουμε ως κράτος κοινωνική πολιτική στο πλαίσιο των μνημονίων, τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι σε ένα τέτοιο σφιχτό πλαίσιο ουδείς μπορεί να ασκήσει κοινωνικό έργο».

*To κείμενο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα. 

Σχετικά άρθρα