«Ναι» στην αύξηση του κατώτατου μισθού από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Όσον αφορά το νέο ασφαλιστικό, εκτιμάται ότι ενισχύει το παραδοσιακό μοντέλο απασχόλησης και επαναφέρει το προνομιακό καθεστώς που είχαν οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε σχέση με τους μισθωτούς.

«Πράσινο» φως στην αύξηση του κατώτατου μισθού άναψε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής με βάση την έκθεση για το τελευταίο τρίμηνο του 2019. Όπως τονίζεται στην έκθεση, όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% το 2019 όχι μόνο δεν οδήγησε σε αύξηση του συνολικού μισθολογικού κόστους, αντίθετα παρατηρήθηκε μείωση της τάξεως του 1,2% το 3ο τρίμηνο του 2019, μετά από αύξηση που παρατηρούνταν τα τελευταία 7 τρίμηνα.

Όπως εκτιμά, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει μικρή «μετάδοση» της αύξησης του κατώτατου μισθού στα υπόλοιπα μισθολογικά κλιμάκια.

Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στη συζήτηση για την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Όσον αφορά το νέο ασφαλιστικό, εκτιμάται ότι ενισχύει το παραδοσιακό μοντέλο απασχόλησης και επαναφέρει το προνομιακό καθεστώς που είχαν οι ελεύθεροι επαγγελματίες σε σχέση με τους μισθωτούς. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες στην παραγωγικότητα και την απασχόληση. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, η πιο σημαντική αλλαγή είναι η αποσύνδεση των εισφορών από το εισόδημα για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες με τη θέσπιση 6 κατηγοριών εισφορών από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ο ασφαλισμένος.

«Πρόκειται ουσιαστικά για επαναφορά του καθεστώτος που τροποποίησε η ασφαλιστική μεταρρύθμισης του νόμου 4387/2016, στα πλαίσια εξορθολογισμού του συστήματος και ίσης μεταχείρισης των ασφαλισμένων, αυτοαπασχολουμένων ή μισθωτών».

Πρωτογενές πλεόνασμα 6,36 δισ. ευρώ

Μειωμένο μεν, αλλά σαφώς υψηλότερο από το στόχο του 3,5% του ΑΕΠ ήταν το πρωτογενές πλεόνασμα το 2019. Όπως εκτιμά το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής για το 2019, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώνεται στα 6,35 δισ. ευρώ, περίπου 285 εκατ. ευρώ χαμηλότερα σε σχέση με το 2018 που ήταν 6,64 δισ. ευρώ.

«Αυτό καταδεικνύει τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, καθώς επιτυγχάνεται παρά τα επεκτατικά μέτρα που λήφθηκαν στη διάρκεια του έτους. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας είναι ιδιαίτερα κρίσιμη αφού αποτελεί τη βασική συνθήκη διασφάλισης της αξιοπιστίας του ελληνικού δημοσίου» τονίζεται χαρακτηριστικά στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής.

Σύμφωνα με την έκθεση, σημαντική εξέλιξη, δείγμα αξιοπιστίας του ελληνικού Δημοσίου αλλά και ότι οι επενδυτές θεωρούν βιώσιμο του ελληνικό χρέος αποτελεί η έκδοση του ελληνικού 15ετούς ομολόγου αλλά και η υποχώρηση της απόδοσης του 10ετούς κάτω από το 1%.