Ο επιμένων νικά

H πετυχημένη startup που απερρίφθη 45 φορές από τους επενδυτές!

Αρχές του 2010, ο 34χρονος Νικ Χάγκερφορντ, Βρετανός στην καταγωγή και κάτοχος master του πανεπιστημίου Stanford, πήγαινε από ραντεβού σε ραντεβού με επενδυτές της Silicon Valley.

Αναζητούσε αγωνιωδώς χρηματοδότηση για την υλοποίηση της πρωτότυπης επιχειρηματικής ιδέας του: της Nutmeg (ελληνιστί «μοσχοκάρυδο»), μίας online εταιρείας διαχείρισης επενδύσεων, την πρώτη διαδικτυακή του είδους. Όμως τα πρώτα 45 ραντεβού ήταν σκέτη καταστροφή!

«Ορισμένοι επενδυτές πίστευαν ότι δεν θα τα καταφέρω», εξιστορεί ο Νικ στο BBC. «Σε ακόμη περισσότερους δεν τους άρεσε καν η ιδέα». Είχε φθάσει πια φθινόπωρο του 2010. Ο ίδιος ζούσε φιλοξενούμενος στο σπίτι ενός φίλου του, κοιμόταν στο πάτωμα, δούλευε το επιχειρηματικό του σχέδιο στο γκαράζ και είχε ξεμείνει πια από χρήματα.

Nutmeg2

«Αποφάσισα ότι εάν μέχρι τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς δεν έβρισκα επενδυτή, θα αναζητούσα μία κανονική δουλειά σε κάποια εταιρεία». Τότε ήλθε το 46ο ραντεβού με τον επενδυτή Τιμ Ντράπερ, που στον κόσμο της τεχνολογίας είχε αφήσει ήδη στο στίγμα του, με τη χρηματοδότηση του Hotmail και του Skype. Είπε αμέσως ναι στο Nutmeg. Και το παράδειγμά του ακολούθησαν σύντομα κι άλλοι χρηματοδότες, όταν ο Νικ έστησε πια τη δική του επιχείρηση. Ως έδρα επέλεξε το Λονδίνο. Όχι το πανάκριβο Σίτι όπως θα περίμενε κανείς, λόγω αντικειμένου, αλλά στα νότια προάστια της βρετανικής πρωτεύουσας. Υπήρχε λόγος.

Από τα ταπεινά γραφεία της στο Βόξχολ, η Nutmeg είχε και έχει στόχο να παρέχει διαδικτυακά τις συμβουλευτικές-επενδυτικές υπηρεσίες της σε όλους ανεξαιρέτως. Κι έτσι, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές της που ζητούν minimum αρχικό κεφάλαιο κοντά στο μισό εκατομμύριο λίρες, η εταιρεία του Νικ έχει κατεβάσει σημαντικά αυτόν τον πήχη. Έχει ορίσει ως πλαφόν επένδυσης μόλις τις 1.000 λίρες.

Επιπλέον, λόγω του χαμηλού λειτουργικού κόστους της, ζητά ετήσια προμήθεια 0,3%, αισθητά χαμηλότερη από το 1.37% που είναι λίγο-πολύ το standard. «Παραδοσιακά, ο κλάδος μας ήταν προσιτός μόνον στους πολύ πλούσιους», εξηγεί, «όμως εμείς θέλουμε να εκδημοκρατίσουμε τις επενδύσεις, κάνοντας άνοιγμα στον κόσμο».

Το όραμα του Νικ είναι η Nutmeg να γίνει στη διαχείριση επενδύσεων ότι είναι σήμερα το Amazon στον χώρο του διαδικτυακού λιανεμπορίου. Ήδη, η εταιρεία του έχει σήμερα πάνω από 35.000 πελάτες κι αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στον τομέα της, στη Μεγάλη Βρετανία.

Όχι τυχαία, τουλάχιστον άλλες έξι ανταγωνιστικές εταιρείες έχουν ήδη υιοθετήσει το επιχειρηματικό μοντέλο της Nutmeg, ενώ έκδηλο είναι πια και το ενδιαφέρον μεγάλων τραπεζών. «Σχεδόν όλοι οι διευθύνοντες σύμβουλοι μεγάλων επιχειρήσεων στη Βρετανία έχουν έλθει σε επαφή μαζί μας, ζητώντας να μάθουν περισσότερα για εμάς και τα σχέδιά μας», λέει.

Προς το παρόν, ο Νικ παραμένει επικεντρωμένος στη βρετανική αγορά. Σύντομα όμως ευελπιστεί να επεκταθεί και στις ΗΠΑ, όταν με το καλό -παρατηρεί- θα αλλάξει το ρυθμιστικό πλαίσιο και θα επιτρέπεται η λειτουργία εταιρειών διαχείρισης επενδύσεων μέσω διαδικτύου.