Ο Ερντογάν, η πολιτική αναταραχή και οι φοβισμένοι επενδυτές

Γιατί οι αγορές απεχθάνονται την αστάθεια.

Η αποχώρηση του Αχμέτ Νταβούτογλου γεννά σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ικανότητα της τουρκικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της επιβραδυνόμενης ανάπτυξης και να περάσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούν πολλοί επενδυτές.

Ο Νταβούτογλου δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα ότι αποχωρεί από την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος AKP, εν μέσω εντάσεων με τον Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν.

Σε δήλωσή του, ο Νταβούτογλου ανέφερε ότι «οι επενδυτές δεν πρέπει να ανησυχούν για τη συνέχιση της σταθερότητας» επειδή θα συνεχίσει να υπάρχει «ισχυρή κυβέρνηση».

Όμως, η αποχώρησή του θα μπορούσε να σημάνει πρόωρες εκλογές φέτος και περισσότερη αβεβαιότητα για τους επενδυτές. Το ιδιωτικό χρέος είναι υψηλό, οι αποταμιεύσεις κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, και ο Ερντογάν συνεχίζει να υποστηρίζει χαμηλότερα επιτόκια για την ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω της κατανάλωσης.

«Η επανεμφάνιση του πολιτικού ρίσκου στα ραντάρ των επενδυτών είναι μια υπενθύμιση ότι η μακροπρόθεσμη εικόνα της τουρκικής οικονομίας δεν είναι τόσο ρόδινη όσο θέλουν κάποιοι να νομίζουν» λέει ο Ουίλιαμ Τζάκσον, οικονομολόγος στην Capital Economics.

«Αν ο Πρόεδρος Ερντογάν ισχυροποιηθεί περαιτέρω, τότε οι μακροοικονομικές συνέπειες, αργά ή γρήγορα, θα συγκλίνουν προς ένα σενάριο ασταθέστερης και επιβραδυνόμενης ανάπτυξης».

Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί στο 3.5% φέτος, από 4% το 2015, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η πτώση του τουρισμού ύστερα από σειρά βομβιστικών επιθέσεων και η ευρύτερη αστάθεια στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας πλήττουν επίσης την οικονομία της χώρας.

Παράλληλα, οι φιλοδοξίες του Ερντογάν για ένα νέο σύνταγμα σηματοδοτούν τη στροφή προς μια πιο αυταρχική διακυβέρνηση, και αυτό αναμένεται να επηρεάσει το οικονομικό κλίμα.

«Η μεταρρυθμιστική διαδικασία θα επιβραδυνθεί καθώς ολόκληρη η ενέργεια της νέας κυβέρνησης θα διοχετευθεί σε πολιτικά ζητήματα, όπως το σύστημα διακυβέρνησης» επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος της BGC Οζγκούρ Αλτούγκ.