Οι παραγωγοί πετρελαίου και αερίου επιμένουν να επενδύουν σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων

Οι παραγωγοί πετρελαίου και αερίου επιμένουν να επενδύουν σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων
A view of a pressure gauge at the "East Poltava" gas booster compressor station not far from Ukrainian city of Poltava, after a ceremony marking the opening of the new station, on June 27, 2014. The opening of the new station is part of an ambitious plan to modernize the Ukrainian gas production infrastructure. AFP PHOTO / SERGEI SUPINSKY (Photo by SERGEI SUPINSKY / AFP) Photo: AFP
Οι εταιρείες που μελετήθηκαν δαπάνησαν συνολικά «170,4 δισεκατομμύρια δολάρια» στα έργα αυτά την τελευταία τριετία.

Περίπου το 96% των 700 εταιρειών που παράγουν πετρέλαιο και αέριο συνεχίζουν την εκμετάλλευση και την ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αναφέρει έκθεση μη κυβερνητικών οργανώσεων που δίνεται στη δημοσιότητα σήμερα και υπενθυμίζει πως, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΔΟΕ), τα έργα αυτά «δεν είναι πλέον απαραίτητα».

Η γερμανική Urgewald ανέλυσε, μαζί με άλλες 50 ΜΚΟ-εταίρους της, τα σχέδια επενδύσεων 1.623 εταιρειών της βιομηχανίας πετρελαίου και αερίου οι οποίες «αντιπροσωπεύουν το 95% της παγκόσμιας παραγωγής υδρογονανθράκων (παραγωγοί, κατασκευαστές υποδομών, διαχειριστές ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών που λειτουργούν χάρη στην καύση αερίου κ.λπ.).

Σύμφωνα με την έκθεση, που τιτλοφορείται Global Oil and Gas Exit List (GOCEL), οι επενδυτικές δαπάνες του τομέα για την εξερεύνηση νέων κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου «αυξήθηκαν κατά 30% και πλέον» από το 2021.

Οι εταιρείες που μελετήθηκαν δαπάνησαν συνολικά «170,4 δισεκατομμύρια δολάρια» στα έργα αυτά την τελευταία τριετία.

Ωστόσο, με δεδομένη την ανάπτυξη καθαρών μορφών και τεχνολογιών ενέργειας, «δεν είναι απαραίτητο να γίνονται επενδύσεις σε νέα κοιτάσματα άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου», τόνισε ο ΔΟΕ τον Σεπτέμβριο, στην πιο πρόσφατη εκδοχή του οδικού χάρτη του για τον τομέα της ενέργειας ώστε να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα το 2050.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι κυριότερες εταιρείες που επικρίνονται στην έκθεση είναι οι κινεζικές China National Petroleum Corp. (CNPC), CNOOC και Sinopec, η σαουδαραβική ARAMCO, η μεξικανική PEMEX, η αμερικανική Pioneer Natural Resources, καθώς και η αγγλοολλανδική Shell.

Σύμφωνα με την έκθεση, 1.023 εταιρείες προβλέπουν έργα υποδομών μεταφοράς υδρογονανθράκων, όπως ιδίως η κατασκευή «νέων τερματικών (σ.σ. σταθμών) υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ)», πετρελαιαγωγών ή αγωγών μεταφορών αερίου.

Η Urgewald εκτιμά ότι 539 εταιρείες –συμπεριλαμβανομένων των Saudi ARAMCO, QatarEnergy και της ρωσικής Gazprom– ετοιμάζονται βραχυπρόθεσμα ως μεσοπρόθεσμα να προχωρήσουν σε παραγωγή ισοδύναμη με 230 δισεκ. βαρελιών πετρελαίου.

Ενώ η δραστηριότητα του γαλλικού ομίλου TotalEnergies είναι οι πιο εκτεταμένες γεωγραφικά, με έργα πετρελαίου ή αερίου σε «53 χώρες», σύμφωνα με την έκθεση. Εξάλλου, «σχεδόν το ένα τρίτο των χωρών» όπου δραστηριοποιείται ο κολοσσός και εξερευνούν ή αναπτύσσουν νέα κοιτάσματα υδρογονανθράκων δεν είχαν, ή δεν είχαν παρά αμελητέα, παραγωγή πετρελαίου και αερίου.

Μέσω αυτών των έργων, οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και αερίου πιέζουν τις συγκεκριμένες χώρες να «εξαρτηθούν από τα ορυκτά καύσιμα», στηλιτεύει η Urgewald.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: