Πάνω από το ένα τρίτο των ενήλικων Αμερικανών καταναλώνουν καθημερινά πρόχειρο φαγητό

Η ηλικία, το φύλο και το εισόδημα παίζουν ρόλο στις διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων.

Το πρόχειρο φαγητό έχει συσχετιστεί με όλους τους τύπους των προβλημάτων υγείας. Αλλά στις ΗΠΑ, είναι κάτι χωρίς το οποίο οι ενήλικες δεν φαίνεται να μπορούν να ζήσουν. Περισσότερο από το ένα τρίτο των Αμερικανών ενηλίκων, συγκεκριμένα το 36,6%, παραδέχτηκε ότι καταναλώνει πρόχειρο φαγητό καθημερινά μεταξύ του 2013 και του 2016, αποκάλυψαν τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (CDC) σε μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε αυτή την εβδομάδα.

Τα δεδομένα δεν δίνουν ότι οι ίδιοι άνθρωποι που καταναλώνουν πρόχειρο φαγητό καθημερινά, αλλά ότι κάθε μέρα του χρόνου περίπου το 37% των Αμερικανών ενηλίκων καταναλώνουν πρόχειρο φαγητό.  Τα CDC δεν ανέφεραν το εάν το ποσοστό της κατανάλωσης έχει αυξηθεί ή μειωθεί από το 2016.

Σε ανακοίνωσή τους, τα CDC σημείωσαν ότι το πρόχειρο φαγητό έχει συσχετιστεί με μια ποικιλία προβλημάτων, όπως αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και κακή ποιότητα διατροφής. Συχνά, οι γιατροί προειδοποιούν τους ασθενείς τους να μην καταναλώνουν πολύ πρόχειρο φαγητό προκειμένου να αποφύγουν προβλήματα υγείας που θα μπορούσαν να προκύψουν. Βέβαια, τα CDC ανέφεραν ότι η ευκολία και η τιμή των πρόχειρων φαγητών μπορεί να τα κάνει μια ελκυστική επιλογή για κάποιους ανθρώπους.

Επιπρόσθετα, τα CDC ανακάλυψαν ότι η ηλικία αποτελεί σημαντικό παράγοντα σε ό,τι αφορά την κατανάλωση πρόχειρου φαγητού. Περίπου το 45% όσων βρίσκονται μεταξύ των 20 και των 39 ετών καταναλώνουν πρόχειρο φαγητό καθημερινά, αλλά μόνο το 24,1% αυτών που είναι άνω των 60 ετών κάνουν το ίδιο. Και όσο αυξάνεται το οικογενειακό εισόδημα, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα ένα άτομο να καταναλώνει πρόχειρο φαγητό.

Οι άνδρες είναι πιο πιθανό να καταναλώσουν πρόχειρο φαγητό στο μεσημεριανό, σύμφωνα με τα CDC, αλλά οι γυναίκες τείνουν να καταναλώνουν πρόχειρο φαγητό ως ένα σνακ, πιο συχνά από τους άντρες. Οι μη-ισπανόφωνοι μαύροι ενήλικες κατανάλωναν περισσότερο πρόχειρο φαγητό, σε σχέση με τους μη-ισπανόφωνους λευκούς, τους μη-ισπανόφωνους ασιάτες και τους ισπανόφωνους ενήλικες, σύμφωνα με τα δεδομένα των CDC.