Ποια ελληνικά προϊόντα έχουν ζήτηση στη Γερμανία

Πώς άλλαξε η συμπεριφορά των Ελλήνων εξαγωγέων μέσα στην κρίση και ποιες νέες ευκαιρίες ανοίγονται για το μέλλον.

Παραδοσιακά η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος και προμηθευτής της Ελλάδας, αλλά και η δεύτερη πιο σημαντική αγορά για τα ελληνικά προϊόντα μετά την Ιταλία. Μπορεί οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών να έχουν περάσει αρκετές φορές «δια πυρρός και σιδήρου» σε πολιτικό επίπεδο, ωστόσο, σε ότι αφορά τις εξαγωγές δεν φαίνεται να επηρεάστηκαν από την κρίση. Στους πρώτους έντεκα μήνες του  2018 το διμερές εμπόριο αυξήθηκε κατά 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι ελληνικές εισαγωγές από τη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 10% και οι γερμανικές εισαγωγές από την Ελλάδα σημείωσαν άνοδο της τάξης του 4%.

MB[12617]Η Ελλάδα δείχνει τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης μετά την οικονομική κρίση και η Κύπρος κοιτά με αισιοδοξία στο μέλλον. Εφόσον ακολουθηθεί  πιστά το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, ο Γερμανικός Οργανισμός Προώθησης Επενδύσεων & Εξωτερικού Εμπορίου (GTAI) βλέπει στον ορίζοντα σημαντικές ευκαιρίες. Όπως αναφέρει στο fortunegreece.com η Μιχαέλα Μπαλή, διευθύντρια του GTAI για Ελλάδα και Κύπρο, ένας από τους κλάδους που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι αυτός των ΑΠΕ.

Επισημαίνει πως οι δυο χώρες μπορούν να επωφεληθούν από τα διεθνή ενεργειακά έργα, π.χ την EastMed-Pipeline, την TAP-Pipeline στην Ελλάδα και τις γεωτρήσεις φυσικού αερίου στην Κύπρο. Επίσης, η  αξιοποίηση της κυρίαρχης θέσης Ελλάδας – Κύπρου στη ναυτιλία, αλλά και οι   ιδιωτικοποιήσεις των λιμενικών οργανισμών και οι επεκτάσεις των λιμένων, η κατασκευή κέντρων διαμετακόμισης και τα μεγάλα σιδηροδρομικά έργα δίνουν στην Ελλάδα  τη δυνατότητα να καθιερωθεί ως εμπορικός κόμβος στην περιοχή. Παράλληλα, ο τουρισμός και στις δυο χώρες συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη αλλά και στην ανάκαμψη του κατασκευαστικού κλάδου κυρίως στην Κύπρο.

«O Οργανισμός Προώθησης Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, GermanyTrade&Invest, εκπροσωπείται σε πάνω από πενήντα χώρες, ενημερώνει και συμβουλεύει ξένες επιχειρήσεις που επιθυμούν να επενδύσουν και να εγκατασταθούν στη Γερμανία, προωθώντας τη Γερμανία ως χώρα επενδύσεων, και παράλληλα υποστηρίζει και ενημερώνει γερμανικές επιχειρήσεις για εξαγωγικές και επενδυτικές ευκαιρίες σε ξένες χώρες» τονίζει η κα Μπαλή υπογραμμίζοντας πως  η Διεύθυνση Επενδύσεων βρίσκεται στη διάθεση ελληνικών και κυπριακών επιχειρήσεων που επιθυμούν να επεκταθούν στη  Γερμανία.

Παρέχει δωρεάν χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλευτική στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, μέχρι το πέρας του επενδυτικού τους πλάνου. Βέβαια, όπως διευκρινίζει η κα Μπαλή, για να συμμετάσχει μια επιχείρηση πρέπει να διαθέτει ένα συγκεκριμένο και ώριμο επενδυτικό σχέδιο, προκειμένου να αποφασίσει να ξεκινήσει μια επένδυση.

«Για να δραστηριοποιηθεί επιτυχώς στη Γερμανία μια ελληνική επιχείρηση, πρέπει να έχει σχεδιάσει προσεκτικά τα βήματα και να τα υλοποιήσει με προσοχή. Αυτό αφορά τόσο στην εξαγωγική δραστηριότητα όσο και στην επιτόπου εγκατάσταση.  Απαιτείται ώριμη σκέψη σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες της εταιρείας, κατάλληλη προετοιμασία, συλλογή πληροφοριών για την αγορά ή νομικά θέματα» λέει χαρακτηριστικά.

Εξαιρετικά σημαντική όμως είναι η αναζήτηση και η εύρεση κατάλληλων εμπορικών εταίρων ή εισαγωγέων. Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις αυτή τη στιγμή είναι η έλλειψη ρευστότητας στο εσωτερικό που δεν τους επιτρέπει να πραγματοποιήσουν επενδυτικά σχέδια τόσο στην Ελλάδα, όσο και πολύ περισσότερο στο εξωτερικό.

Τα ελληνικά προϊόντα που προτιμούν οι Γερμανοί

Δεδομένου ότι οι Γερμανοί καταναλωτές αποτελούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό κοινό, ποιες είναι οι παράμετροι στις οποίες εστιάζουν όταν επιλέγουν ένα προϊόν;  Η κα Μπαλή απαντά πως μια ελκυστική σχέση ποιότητας-τιμής μπορεί να κατακτήσει τον Γερμανό καταναλωτή. Ανάλογα με τον κλάδο, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην καινοτομία π.χ στον κλάδο ΤΠΕ ή σε μοντέρνες σύγχρονες τάσεις, π.χ. βιολογικά προϊόντα ή προϊόντα με έμφαση στην υγεία στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών. Σημαντικοί παράγοντες είναι επίσης οι υπηρεσίες aftersales, οι δυνατότητες επισκευής και ο τρόπος προώθησης, δηλαδή η συσκευασία και ο σχεδιασμός του εκάστοτε προϊόντος.

Η ψήφος εμπιστοσύνης που δίνουν οι Γερμανοί στα ελληνικά προϊόντα είναι διαχρονική και ακόμη και όταν η χώρα μας βρέθηκε σε δυσμενή οικονομική θέση, οι καταναλωτές συνέχισαν να στηρίζουν τα αγαθά made in Greece. Ο βασικός λόγος που συνέβη αυτό έχει να κάνει με το ότι σε αυτό το διάστημα οι ελληνικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να επικεντρωθούν πιο έντονα και συστηματικά αναγκαστικά σε διεθνείς αγορές. Με αυτόν τον τρόπο Γερμανοί καταναλωτές είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν και να εκτιμήσουν καινούργια και καινοτόμα ελληνικά προϊόντα, όπως τρόφιμα ή καλλυντικά. «Προϊόντα υψηλής ποιότητας αγοράζονται πάντα με χαρά. Η εισαγωγή των περιορισμών στη μεταφορά κεφαλαίων προκάλεσε προσωρινά ανασφάλεια και η ανησυχία εάν οι ελληνικές επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να παράγουν και να προμηθεύσουν έγκαιρα. Αλλά αυτά τα προβλήματα ανήκουν πλέον στο παρελθόν».

Αναμφίβολα η εξωστρέφεια λειτούργησε ως πανάκεια μέσα στην κρίση με τις εξαγωγές να αυξάνονται θεαματικά  στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών, ενώ ζήτηση καταγράφεται και για τη φαρμακοβιομηχανία π.χ. για τα γενόσημα, για τη βιομηχανία μετάλλων και πλαστικών αλλά και για συγκεκριμένα είδη μηχανημάτων.

Η κα Μπαλή τονίζει πως η συμμετοχή σε γερμανικές διεθνείς εκθέσεις,  σε επιχειρηματικές αποστολές και των δύο χωρών και η στοχευμένη αναζήτηση εμπορικών εταίρων μπορούν να προωθήσουν περαιτέρω τις διμερείς σχέσεις. Όπως επίσης και οι κοινοπραξίες μεταξύ γερμανικών και ελληνικών παραγωγικών επιχειρήσεων με την παραγωγή να εστιάζει είτε στη γερμανική αγορά είτε σε τρίτες αγορές έχει θετικά αποτελέσματα. «Η αναγνώριση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτουν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες κάθε χώρας μπορεί να τονώσει τις συνεργασίες. Κάθε συνεργασία που βασίζεται σε αμοιβαία εμπιστοσύνη και εκτίμηση, είναι επωφελής και για τις δύο χώρες» καταλήγει.

Σχετικά άρθρα