Πικραμμένος: Γιατί καθυστερεί η απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα και ποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το θέμα των αλλαγών στη Δικαιοσύνη προς όφελος των πολιτών και της οικονομικής ανάπτυξης, βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης, που έγινε την Πέμπτη το βράδυ, στο πλαίσιο του 7ου Φόρουμ των Δελφών.

Η διασύνδεση της Δικαιοσύνης με την οικονομική ανάπτυξη ή, με άλλα λόγια, πώς η γρήγορη απονομή δικαιοσύνης, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα του λειτουργήματός της, μπορεί να ευνοήσει την οικονομική ανάπτυξη, βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης, που έγινε την Πέμπτη το βράδυ, στο πλαίσιο του 7ου Φόρουμ των Δελφών.

Αναλυτικά, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Παναγιώτης Πικραμμένος, παρουσίασε, σύμφωνα με ανακοίνωση της διοργανώτριας εταιρείας, τα βασικότερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, όπως ανέφερε, με στόχο την αύξηση της αξιοπιστίας, της ταχύτητας και της ποιότητας της δικαιοσύνης. Για το θέμα της καθυστέρησης στην απονομή δικαιοσύνης, ο κ. Πικραμμένος επικαλέστηκε μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ένας μήνας καθυστέρησης έχει σημαντική επίπτωση στην οικονομία. Στην Ελλάδα, εξάλλου, το 2018, η καθυστέρηση για την εκδίκαση μιας αγωγής υπολογιζόταν στα τέσσερα έτη.

Στο σκέλος των προτάσεων, η Σχολή Δικαστών, με στόχο τη δημιουργία νέας γενιάς δικαστικού σώματος, η συμμετοχή των δικαστών στη μεταρρύθμιση του ίδιου του συστήματος στο οποίο λειτουργούν, αλλά και οι επενδύσεις, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, αποτελούν μόνο μερικά παραδείγματα του μεταρρυθμιστικού προγράμματος της κυβέρνησης, σύμφωνα με τον Π. Πικραμμένο που ανέδειξε επίσης το εργαλείο της ψηφιοποίησης. Ένα εργαλείο που θα αυξήσει την ταχύτητα και τη διαφάνεια στη δικαιοσύνη, ωστόσο δεν πρέπει καμία απόφαση να ληφθεί εις βάρος της ποιότητας, που είναι απαραίτητη για την εμπέδωση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης. Για το λόγο αυτό εισάγονται κι άλλες αλλαγές, όπως η ανάληψη ευθύνης, η λογοδοσία και η αξιολόγηση, συμπλήρωσε.

Από την πλευρά του, ο Σίμος Αναστασόπουλος, πρόεδρος της Compete Ελλάδος, πρότεινε, μεταξύ άλλων, την προσθήκη ποιοτικών δεικτών αξιολόγησης – κάτι που είναι πιο δύσκολο, παρατήρησε – όπως για παράδειγμα τον αριθμό των πρωτόδικων αποφάσεων που αλλάζουν σε δεύτερο βαθμό. Επίσης, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει περισσότερους δικαστές συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να μειωθεί ο όγκος των υποθέσεων που φτάνει για εκδίκαση, προτείνοντας αύξηση του κόστους για να καταλήξει μια υπόθεση στο δικαστήριο.

Ο George Stawa, Αυστριακός Judicial Counsellor για τη νοτιοανατολική Ευρώπη ζήτησε αύξηση των εξωδικαστικών μηχανισμών, ώστε να καταλήγουν λιγότερες υποθέσεις στα δικαστήρια. Ίσως, μόνο η πληροφορία για το κόστος μιας δίκης και για το χρόνο και τη διαδικασία της να μείωνε τις υποθέσεις που καταλήγουν στις αίθουσες κατά 20-30%, εκτίμησε.

Ο David Bernstein από την Παγκόσμια Τράπεζα, ως επικεφαλής μεταρρυθμίσεων του δικαστικού συστήματος σε πολλές χώρες, απέδωσε τα εύσημα στην ελληνική κυβέρνηση λέγοντας ότι κινείται σωστά για την επίλυση του προβλήματος, εστίασε, παράλληλα όμως, σε θέματα όπως η αλλαγή νοοτροπίας, η κατανόηση των προβλημάτων, η ανάλυση των βημάτων για την επερχόμενη αλλαγή από όλα τα μέρη.

Κλείνοντας τη συζήτηση – την οποία συντόνισε ο Alberto Leyton, Lead Public Sector Specialist της Παγκόσμιας Τράπεζας – ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, κ. Πικραμμένος σημείωσε, επικαλούμενος και το Σύνταγμα, ότι η αύξηση του κόστους πρόσβασης στα δικαστήρια δημιουργεί αντιδράσεις. Όμως, συνέχισε, η κυβέρνηση προωθεί το φορέα εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών που μπορεί να μειώσει τις υποθέσεις που φτάνουν στα δικαστήρια. Ενώ υπογράμμισε, τέλος, την ανάγκη ενοποίησης του ευρωπαϊκού δικαίου, όπως του εμπορικού δικαίου, κάτι που θα συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη.