Πόλεμος στο Ιράν: Τα μαθήματα από τις πετρελαϊκές κρίσεις και ο νέος γεωπολιτικός χάρτης

Πόλεμος στο Ιράν: Τα μαθήματα από τις πετρελαϊκές κρίσεις και ο νέος γεωπολιτικός χάρτης
An oil pump jack on rocky terrain with a double exposure of financial graphs, symbolizing energy markets on a digital holographic background Photo: Shutterstock
Πρώην υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου και επικεφαλής οικονομολόγος στην Goldman Sachs εξηγεί γιατί η ιστορία των πετρελαϊκών κρίσεων, τα κρατικά επενδυτικά ταμεία του Κόλπου και η άνοδος της Ασίας ίσως καθορίσουν την έκβαση της σημερινής σύγκρουσης.

Με αφορμή τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο εναντίον του Ιράν, ο Jim O’Neill, πρώην υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου και επικεφαλής οικονομολόγος στην Goldman Sachs, στρέφεται στη δική του επαγγελματική πορεία στα χρηματοοικονομικά για να αντλήσει χρήσιμα συμπεράσματα για το πώς μπορεί να εξελιχθεί η κρίση. Η εμπειρία του δεν είναι τυχαία: ολοκλήρωσε το διδακτορικό του αμέσως μετά τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 και η έρευνά του επικεντρώθηκε στον OPEC, στα τεράστια πλεονάσματά του και στον τρόπο με τον οποίο αυτά επανεπενδύονταν στις διεθνείς αγορές.

Την εποχή εκείνη, τα κράτη του Κόλπου βρίσκονταν στην απαρχή της δημιουργίας των κρατικών επενδυτικών τους ταμείων. Σύμφωνα με τα μοντέλα κατανομής περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνταν τότε, χώρες με σχετικά μικρή εσωτερική δυνατότητα απορρόφησης των εσόδων από το πετρέλαιο, όπως τα μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), είχαν διαφορετικές στρατηγικές επιλογές: μπορούσαν να μεγιστοποιήσουν την αξία των αποθεμάτων πετρελαίου που παρέμεναν στο υπέδαφος, τη σημερινή αξία των εξαγωγών τους ή την απόδοση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους στο εξωτερικό.

Σε αντίθεση με χώρες όπως η Νιγηρία, που χρειάζονται άμεσα τα έσοδα από το πετρέλαιο για να στηρίξουν την οικονομία τους, τα κράτη του Κόλπου είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια να επενδύσουν τα πλεονάσματά τους παγκοσμίως. Έτσι γεννήθηκαν τα πρώτα μεγάλα κρατικά επενδυτικά ταμεία της περιοχής, τα οποία σήμερα αποτελούν βασικούς παίκτες στις διεθνείς αγορές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ενδεχόμενο οικονομικής πίεσης μέσω επενδύσεων

Η σημερινή συγκυρία εγείρει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: τι θα συνέβαινε εάν τα κράτη του Κόλπου αποφάσιζαν να αποσύρουν ή να ρευστοποιήσουν σημαντικό μέρος των επενδύσεών τους στο εξωτερικό;

Από καθαρά οικονομική άποψη, μια τέτοια κίνηση ίσως να μην είχε ιδιαίτερο νόημα, δεδομένης της ανόδου των τιμών του πετρελαίου που ήδη ενισχύει τα έσοδά τους. Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν οι κυβερνήσεις του GCC επιθυμούσαν να επιταχύνουν μια διπλωματική λύση και τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Οι απρόβλεπτες τιμές της ενέργειας

Ένα ακόμη μάθημα από τις κρίσεις στη Μέση Ανατολή αφορά τη συμπεριφορά των τιμών του πετρελαίου. Όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, οι προβλέψεις που γίνονται τις πρώτες εβδομάδες μετά από ένα γεωπολιτικό σοκ συχνά αποδεικνύονται λανθασμένες.

Στο παρελθόν, πολλοί ειδικοί προέβλεπαν με βεβαιότητα ότι οι τιμές του αργού θα ξεπερνούσαν τα 100 δολάρια το βαρέλι και θα παρέμεναν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην πράξη, όμως, οι τιμές υποχωρούσαν σχετικά γρήγορα και στη συνέχεια ακολουθούσαν μια μακρά πτωτική πορεία.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τόσο η προσφορά όσο και η ζήτηση ενέργειας αντιδρούν συχνά πιο έντονα στις αλλαγές των τιμών από ό,τι αναμένεται. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί πετρελαίου δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένο ότι τα υψηλά επίπεδα τιμών θα διατηρηθούν επ’ αόριστον.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι χώρες που έχουν ήδη επενδύσει σε ανανεώσιμες ή εναλλακτικές πηγές ενέργειας ενδέχεται να βρεθούν σε πιο ισχυρή θέση, ενώ όσες εξαρτώνται αποκλειστικά από τα ορυκτά καύσιμα ίσως αναγκαστούν να επιταχύνουν τη μετάβασή τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο ρόλος της Κίνας

Στη γεωπολιτική διάσταση της κρίσης, ο O’Neill επισημαίνει έναν παράγοντα που συχνά υποτιμάται: τον ρόλο της Κίνας.

Κατά τη διάρκεια της ασιατικής χρηματοπιστωτικής κρίσης το 1997-98, το Πεκίνο συνέβαλε στη σταθεροποίηση της κατάστασης, ενθαρρύνοντας τις ΗΠΑ να παρέμβουν ώστε να αποτραπεί περαιτέρω ενίσχυση του δολαρίου που θα επιδείνωνε την κρίση. Ένα παρόμοιο σενάριο δεν αποκλείεται και σήμερα.

Ως ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, η Κίνα έχει ισχυρό κίνητρο να περιορίσει την αστάθεια στην περιοχή. Επιπλέον, μπορεί να ασκήσει επιρροή μέσα από διάφορους διπλωματικούς και οικονομικούς μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένου του διευρυμένου σχήματος BRICS+, στο οποίο συμμετέχει πλέον και το Ιράν.

Η στροφή του Κόλπου προς την Ασία

Τέλος, η σύγκρουση ενδέχεται να επιταχύνει μια ήδη ορατή γεωοικονομική μετατόπιση. Οι χώρες του Κόλπου έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να ενισχύουν τους δεσμούς τους με τις ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας, όπως η Κίνα και η Ινδία.

Η τάση αυτή θα μπορούσε να ενταθεί, ιδιαίτερα εάν οι κυβερνήσεις της περιοχής καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εγγυάται πλέον την ασφάλεια με τον τρόπο που το έκανε στο παρελθόν. Παράλληλα, οι οικονομικές ευκαιρίες που προσφέρει η αναπτυσσόμενη Ασία γίνονται ολοένα πιο ελκυστικές.

Σε έναν κόσμο όπου οι εμπορικές ροές και οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ραγδαία, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ίσως αποδειχθεί όχι μόνο μια περιφερειακή κρίση, αλλά και ένας επιταχυντής για τη διαμόρφωση ενός νέου παγκόσμιου οικονομικού χάρτη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Project Syndicate