Προϋπολογισμός 2027: Γιατί η αύξηση του τζίρου δεν σημαίνει περισσότερα κέρδη για τις επιχειρήσεις
- 08/10/2026, 15:44
- SHARE
- Θετική αλλά με επιφυλάξεις είναι η πρώτη αξιολόγηση του ΕΒΕΠ για τον Προϋπολογισμό 2027, καθώς η αύξηση της κατανάλωσης δεν εγγυάται υψηλότερα επιχειρηματικά κέρδη.
- Φορολογικές ελαφρύνσεις, επενδυτικά κίνητρα και χρηματοδοτικό πρόγραμμα 1,5 δισ. ευρώ περιλαμβάνονται στις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
- Το ενεργειακό κόστος, η ρευστότητα και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση αποτελούν τους καθοριστικούς παράγοντες για την αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Θετικό πρόσημο, αλλά και σημαντικές επιφυλάξεις για την πραγματική επίδραση των νέων μέτρων στην αγορά, διατυπώνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) στην πρώτη του αξιολόγηση για το προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027, που κατατέθηκε στη Βουλή στις 5 Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, ο δημοσιονομικός σχεδιασμός κινείται προς την ενίσχυση της ανάπτυξης, την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η αύξηση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης δεν συνεπάγεται απαραίτητα και μεγαλύτερη κερδοφορία για τις επιχειρήσεις.
Όπως τονίζεται στην ανάλυση, μια επιχείρηση μπορεί να καταγράφει αυξημένες πωλήσεις, αλλά την ίδια στιγμή να βλέπει τα περιθώρια κέρδους της να περιορίζονται λόγω των υψηλότερων δαπανών για ενέργεια, μισθοδοσία, προμήθειες και χρηματοδότηση.
Τι προβλέπει ο Προϋπολογισμός 2027 για τις επιχειρήσεις
Το προσχέδιο περιλαμβάνει σειρά παρεμβάσεων με στόχο την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ).
Μεταξύ των βασικών μέτρων που βρίσκονται στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται:
- Φορολογικές ελαφρύνσεις για συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες και σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου.
- Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, με αφετηρία την περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη.
- Επιταχυνόμενες αποσβέσεις για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό.
- Νέο δανειοδοτικό και εγγυοδοτικό πρόγραμμα ύψους 1,5 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το ΕΒΕΠ διευκρινίζει ότι οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις βρίσκονται ακόμη στο στάδιο του σχεδιασμού και απαιτείται περαιτέρω νομοθετική εξειδίκευση, ώστε να αποσαφηνιστούν οι δικαιούχοι, τα ποσά και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους.
Εισοδήματα, κατώτατος μισθός και αγοραστική δύναμη
Στο πεδίο των εισοδημάτων και της στέγασης, ο σχεδιασμός περιλαμβάνει περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ» ύψους 2 δισ. ευρώ, καθώς και στόχο για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ, μέσα από δύο διαδοχικά βήματα τον Απρίλιο του 2027 και τον Ιανουάριο του 2028.
Το Επιμελητήριο επισημαίνει ότι ο στόχος των 1.000 ευρώ δεν αφορά το σύνολο του 2027, καθώς η αύξηση προβλέπεται να υλοποιηθεί σταδιακά.
Παράλληλα, το προσχέδιο προβλέπει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% και πληθωρισμό 2,6% για το 2027.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, η πραγματική αύξηση των αμοιβών εκτιμάται περίπου στο 1,27%, γεγονός που μεταφράζεται σε περιορισμένη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν συνεπάγεται αντίστοιχη ενίσχυση του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος για όλα τα νοικοκυριά, καθώς φόροι, ασφαλιστικές εισφορές, ενοίκια και δανειακές υποχρεώσεις επηρεάζουν το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Οι τρεις βασικές προκλήσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Στην αξιολόγησή του, το ΕΒΕΠ εντοπίζει τρία κρίσιμα ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα του προϋπολογισμού.
Πρώτον, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει μείωση των τιμών, αλλά επιβράδυνση του ρυθμού με τον οποίο αυτές αυξάνονται. Επομένως, το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση.
Δεύτερον, για τις επιχειρήσεις της Αττικής και του Πειραιά, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των φορολογικών ελαφρύνσεων, καθώς η προβλεπόμενη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος ξεκινά από άλλες γεωγραφικές περιοχές.
Τρίτον, η αβεβαιότητα γύρω από τις τιμές της ενέργειας ενδέχεται να περιορίσει το όφελος των φοροελαφρύνσεων, επιβαρύνοντας το λειτουργικό κόστος και δυσκολεύοντας την επίτευξη των οικονομικών στόχων.
Κορκίδης: Μια επιχείρηση μπορεί να έχει περισσότερο τζίρο, αλλά μικρότερο κέρδος
Στην ανάγκη αξιολόγησης των μέτρων με βάση την πραγματική οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων εστιάζει ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης.
Όπως επισημαίνει, η αποτελεσματικότητα του προϋπολογισμού θα πρέπει να αποτυπώνεται σε τρεις μετρήσιμους δείκτες: το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, το λειτουργικό περιθώριο των επιχειρήσεων και τη ρευστότητα που απομένει μετά την κάλυψη των υποχρεώσεών τους.
«Μια ΜμΕ μπορεί να εμφανίζει περισσότερο τζίρο, μικρότερο κέρδος και ταυτόχρονα μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδότησης. Η επιτυχία των μέτρων θα κριθεί στο αν βελτιώνουν και τα τρία», τονίζει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκαιρη παρακολούθηση του μικτού περιθωρίου κέρδους, των ενεργειακών δαπανών, της ανανέωσης των αποθεμάτων και των καθυστερήσεων στις πληρωμές.
Οι συγκεκριμένοι δείκτες μπορούν να αναδείξουν οικονομικές πιέσεις προτού αυτές αποτυπωθούν πλήρως στους ετήσιους ισολογισμούς, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε έγκαιρες παρεμβάσεις.
Ενεργειακές επιδοτήσεις 95 εκατ. ευρώ: Το κρίσιμο ζήτημα για τη βιομηχανία
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις ενεργειακές επιδοτήσεις ύψους 95 εκατ. ευρώ που προβλέπονται για τη βιομηχανία.
Το ΕΒΕΠ χαρακτηρίζει θετική την παρέμβαση για τη μείωση του κόστους παραγωγής, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για οριζόντια ενίσχυση όλων των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τον Βασίλη Κορκίδη, η αποτελεσματικότητα του μέτρου θα εξαρτηθεί από το εύρος των δικαιούχων, τη δυνατότητα συμμετοχής των μικρών μεταποιητικών επιχειρήσεων και την ταχύτητα καταβολής των ενισχύσεων.
Παράλληλα, ζητούμενο παραμένει κατά πόσο η μείωση του ενεργειακού κόστους θα μπορέσει να περιορίσει τις ανατιμήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, προσφέροντας ουσιαστική ανακούφιση τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους καταναλωτές.
Το βασικό συμπέρασμα του Επιμελητηρίου είναι ότι, παρά τη θετική κατεύθυνση του Προϋπολογισμού 2027, η πραγματική επιτυχία των μέτρων θα κριθεί από το εάν η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας μεταφραστεί σε μεγαλύτερη κερδοφορία, χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και καλύτερη ρευστότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.