Πρόταση για συνάντηση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς από τον Γλέζο.

Πρόταση για συνάντηση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς από τον Γλέζο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε την ιστορία της Ελλάδας, την ιστορία της Αριστεράς, την ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, σημειώνει ο Μανώλης Γλέζος.

«Δεν θα μείνω ανενεργός πολίτης κατ’ αρχήν. Δεν πρόκειται να εισακούσω εκείνους που λένε “σκάσε επιτέλους, Γλέζο”. Εκείνο που πρώτα από όλα κάνω, είναι μία πρόταση για τη συνάντηση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς. Θα μου πείτε, υπάρχει μεγάλη απόσταση απόψεων, σωστό. Ναι. Πάμε σε εκλογές για να ξεκαθαριστεί το τοπίο από πλευράς στόχων, προθέσεων και προορισμών του τόπου. Όλοι βέβαια, θα υψώσουμε τη σημαία ότι πάμε να σώσουμε τον τόπο. Το θέμα είναι να κρίνει ο λαός από την ιστορία του καθενός, ποιος αυτά που λέει θα τα κάνει πράξη. Με αφορμή, όμως, αυτό, θα ήθελα να απευθύνω μία έκκληση για αποφυγή χαρακτηρισμών και ύβρεων. Όχι μόνο δεν συνάδει σε έναν διάλογο, σημαίνει κι έλλειψη επιχειρημάτων» δήλωσε στον ραδιοσταθμό Βήμα FM ο Μανώλης Γλέζος.

Ερωτηθείς για τον Αλέξη Τσίπρα και εάν έχει χάσει την εμπιστοσύνη του, ο κ. Γλέζος απάντησε: «Το θέμα δεν νομίζω να είναι θέμα προσωπικό. Κρίνονται, βέβαια, τα πρόσωπα αναμφισβήτητα, άλλα πάνω από όλα κρίνονται πολιτικές, κατά τη δική μου γνώμη. Ο ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε την ιστορία της Ελλάδας, την ιστορία της Αριστεράς, την ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα από το ότι δεν εφάρμοσε ούτε αυτά που εξήγγειλε προεκλογικά και αμέσως, όταν ανέλαβε την εξουσία. Την ώρα που αγοράζεις ψωμί και το τρως, προσθέτεις αξία στο ψωμί; Είναι εντελώς αδιανόητο ο ΦΠΑ στο ψωμί. Αλλά το σύστημα της εξουσίας, όταν φορολογεί τους πολίτες, δεν σκέφτεται τίποτα και προβαίνει και σε αυτές τις ανοησίες». «Δέχομαι, εφόσον είμαστε στην ευρωπαϊκή ζώνη και όλα τα κράτη εφαρμόζουν τον ΦΠΑ, να τον εφαρμόζουν. Με ποιο δικαίωμα, όμως, μπορούν τα άλλα κράτη στα τρόφιμα να έχουν, όπως η Μάλτα, 0%, άλλες χώρες 3% κι εμείς να μην έχουμε δικαίωμα να πούμε π.χ. στις βρεφικές, στις νηπιακές τροφές, μηδέν συντελεστής; Στα τρόφιμα, στο γάλα των παιδιών, μηδέν. Στα φάρμακα μηδέν, στο ψωμί που τρώμε και στο λάδι, μηδέν. Από εκεί και πέρα, ας βάλουμε στα καλλυντικά 33,43%, για να υπάρξει το ισοδύναμο των εσόδων» πρόσθεσε.

Ο κ. Γλέζος εκτίμησε πως δεν υπάρχει περιθώριο για μετεκλογκές συνεργασίες και συμπλήρωσε: «Εκτός αν αναιρέσει και κάνει αυτοκριτική η κυβέρνηση Μαξίμου, για όσα έκανε. Εγώ έχω μία ευπιστία στους ανθρώπους αποδεδειγμένη, την έχω πληρώσει βέβαια. Αν πρόκειται να σωθεί η χώρα, γιατί όχι; Να την ξαναπληρώσω».
Σε ερώτηση για τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη, απάντησε: «Αναμφισβήτητα, για μένα, δεν υπάρχει άλλη λύση. Υπάρχει το ευρώ, υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν χαρίζουμε- το έχω δηλώσει και στην Ευρωβουλή- την Ευρώπη στους άλλους, είναι δημιούργημα όχι μονάχα λεκτικά, μορφολογικά, αλλά και νοηματικά. Η Ευρώπη είναι ελληνικό δημιούργημα και δεν θα το χαρίσουμε στους άλλους. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν θα δεχτούμε ποτέ ότι η Ελλάδα θα βγει από την Ευρωζώνη».

Κληθείς να σχολιάσει τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο κ. Γλέζος σημείωσε: «Όλοι στέκονται στη μορφολογική πλευρά και δεν είδα κανένα επιχείρημα ουσιαστικό, στα επιχειρήματα τα οποία προβάλει η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Εγώ είπα να αποφεύγουμε τους χαρακτηρισμούς. Και όλοι μας, και εγώ ο ίδιος, μπορεί να πέσω σε τέτοιο λάθος. Και πρέπει να το αναγνωρίσω. Εγώ πιστεύω, εάν το είπε αυτό η Ζωή Κωνσταντοπούλου, πρέπει να το αναγνωρίσει ότι ήταν … – επειδή χρησιμοποιεί συνήθως και όρους από τη νομική της επιστήμη και μπορεί να βρει τη δυνατότητα να το αναιρέσει.

Για τις απόψεις του σχετικά με την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ, τόνισε: «Αυτά που είπα, δεν ζητάω να τα αποδεχτεί κανένας. Ζητάω να τα αντικρούσει και στην προσπάθεια να βρει επιχειρήματα να τα αντικρούσει, θα βρεθεί η αλήθεια. Αυτό μάς έχει διδάξει ο Σόλωνας. Δεν θα καταργήσουμε την ιστορία μας. Εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, εμπιστοσύνη στην ιστορία μας, εμπιστοσύνη στον ελληνικό λαό, ο οποίος πέρασε από πάρα πολύ δύσκολες στιγμές και κατάφερε παρά τα πάμπολλα χρόνια σκλαβιάς να αρθρωθεί και να υπάρξει. Η Ελλάδα ως πνεύμα, ως ιδέα, ως πολιτισμός, δεν πρόκειται να χαθεί ούτε αυτή την ώρα. Το πολύ-πολύ, εάν πάνε όλα στραβά, να πάμε σαράντα χρόνια πίσω, αλλά γιατί να πάμε σαράντα χρόνια πίσω;».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ