«Ράπισμα» του ΔΝΤ στις εξαγγελίες Τσίπρα

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο επικεφαλής της αποστολής του Ταμείου που βρίσκεται στην Ελλάδα, Πίτερ Ντόλμαν, χαρακτήρισε «βραχυπρόθεσμα δημοφιλή μέτρα» τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για φοροελαφρύνσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επικεντρωθεί στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και τη στήριξη των αδύναμων πληθυσμιακών ομάδων, και όχι σε βραχυπρόθεσμα δημοφιλή μέτρα, δήλωσε ο επικεφαλής της αποστολής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα, Πίτερ Ντόλμαν.

Μιλώντας στο 3ο διεθνές συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ο κ. Ντόλμαν επισήμανε ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται και πάλι, αλλά η ανάκαμψη είναι πολύ αδύναμη. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη να μειωθούν οι πολύ υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και να αυξηθούν οι κοινωνικές δαπάνες, κάτι που, όπως είπε, θα γινόταν μέσω του δημοσιονομικού χώρου τον οποίο θα δημιουργούσε η μείωση του αφορολογήτου ορίου. Καυτηρίασε ακόμα τις πολύ χαμηλές επενδύσεις της χώρας στις επενδύσεις και την απουσία προληπτικού σχεδιασμού για τις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες επισήμανε ότι μπορεί να έχουν δημοσιονομικό κόστος έως 9 δισ. ευρώ.

«Η εικόνα για το πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα είναι ανάμεικτη. Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά αυτή η ανάκαμψη είναι απαράδεκτα μικρή για μια χώρα που βγαίνει από τεράστια πτώση εισοδήματος», σχολίασε ο κ. Ντόλμαν και πρόσθεσε: «Η Ελλάδα ξεπέρασε τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτό έγινε με κόστος για την ανάπτυξη και υποεκτέλεση επενδύσεων. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας παραμένει ο πιο αδύναμος στην ευρωζώνη, λόγω του πολύ υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι αγορές δείχνουν να συμφωνούν με αυτήν τη μεικτή εικόνα στην Ελλάδα, ανησυχώντας για το γεγονός ότι η χώρα είναι ουραγός της ευρωζώνης. Τα spreads των ελληνικών ομολόγων, που αντανακλούν τον κίνδυνο της χώρας (country risk), παραμένουν τα υψηλότερα στην ευρωζώνη και τα δημογραφικά στοιχεία είναι αντίξοα, καθώς ο πληθυσμός γερνάει, την ώρα που 470.000 νέοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα στα χρόνια της κρίσης».

Εστιάζοντας στην ακύρωση της μείωσης του αφορολογήτου ορίου, ο υψηλόβαθμος τεχνοκράτης του ΔΝΤ δήλωσε: «Οι φορολογικοί συντελεστές είναι πολύ υψηλοί, οι κοινωνικές δαπάνες και οι επενδύσεις πολύ χαμηλές. Η Ελλάδα πρέπει να απελευθερώσει δημοσιονομικό χώρο. Για να απελευθερωθεί δημοσιονομικός χώρος, η Ελλάδα μπορεί να κάνει περισσότερα και να διευρύνει τη φορολογική βάση. Δυστυχώς, οι πρόσφατες ανακοινώσεις δείχνουν ότι η κυβέρνηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, ακυρώνοντας τη φορολογική μεταρρύθμιση του 2020 και εξαιρώντας μεγάλο μέρος των φορολογουμένων από τον φόρο ειοσδήματος. Επίσης, η δημιουργία νέων εξαιρέσεων στον ΦΠΑ (με τις μειώσεις που εξαγγέλθηκαν) δημιουργεί ανησυχία. Κατά τη γνώμη μας, προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η μείωση άμεσων φόρων τόσο για φυσικά πρόσωπα όσο και για επιχειρήσεις, καθώς και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών».

Ο κ. Ντόλμαν υποστήριξε επίσης ότι η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων βάζει σε κίνδυνο τη φορολογική συμμόρφωση και συνεχίζει το κακό προηγούμενο των 50 διαφορετικών ρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν από το 1997 έως το 2015, επηρεάζοντας αρνητικά την κουλτούρα πληρωμών.

Όσον αφορά την κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα, ο επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ στην Ελλάδα στάθηκε στο μείζον πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τονίζοντας ότι παραμένει η αρνητική πιστωτική επέκταση των ελληνικών τραπεζών.

Ο κ. Ντόλμαν ανέδειξε ως εξής δύο βασικές προτεραιότητες στη δημοσιονομική πολιτική:

  1. Καλύτερο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής. Οι φόροι είναι πολύ ψηλά και οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας πολύ χαμηλά. Θα πρέπει να διευρυνθεί η φορολογική βάση. Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
  2. Διαχείριση του κινδύνου από ενδεχόμενες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων για τα αναδρομικά. Τα 9 δις ευρώ μπορεί να φτάσει το δημοσιονομικό κόστος, διακυβεύοντας τη δυνατότητα της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις δεσμεύσεις της απέναντι στους πιστωτές της.

«Η κυβέρνηση θα πρέπει να προωθήσει με συντονισμένη στρατηγική τα θεσμικά εργαλεία για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Θα πρέπει να προσελκύσει επενδύσεις, μειώνοντας τη γραφειοκρατία και βελτιώνοντας το σύστημα δικαιοσύνης. Στον τομέα της εργασίας, θα πρέπει να συνεχιστεί η ευελιξία. Παράλληλα, θα πρέπει η Ελλάδα να γίνει πιο ανταγωνιστική», επεσήμανε το στέλεχος του ΔΝΤ.  Καταλήγοντας, σημείωσε ότι παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, χρειάζονται περισσότερα βήματα στην κοινωνική πολιτική, για να διασφαλιστεί ένα αποτελεσματικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας.

Σχετικά άρθρα