Η παγκοσμιοποίηση και η περίπτωση της Ελλάδας

Κυκλοφορεί σήμερα Σάββατο με την εφημερίδα «Επένδυση» το μεγαλύτερο τεύχος της ελληνικής έκδοσης του Fortune.

Της Αναστασίας Παρετζόγλου

Ο Νοέμβριος είναι ο μήνας που κυκλοφορεί στην Ελλάδα το Fortune 500. Είναι το ετήσιο τεύχος που φιλοξενεί τη λίστα με τις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του πλανήτη, βάσει κύκλου εργασιών, τη λίστα με τις 100 μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, καθώς και τις 30 ταχύτερα αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις στην Ελλάδα.  Φέτος, η λίστα Fortune Global 500 έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί οι αριθμοί πίσω από τις εταιρείες αποτυπώνουν την αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης, του πιο μεγάλου business trend των τελευταίων δεκαετιών, που κανείς δεν δείχνει για την ώρα να θέλει να υπερασπιστεί, με κορυφαίο παράδειγμα το Brexit.

Το σύνολο, λοιπόν, των πωλήσεων των 500 εταιρειών μειώθηκε κατά 11,5% στα 27,6 τρισ. δολάρια, με τα κέρδη τους να έχουν κατρακυλήσει, αντίστοιχα, κατά το ίδιο ποσοστό και ως κύριοι ένοχοι υποδεικνύονται η εκτίναξη του δολαρίου, η επιβράδυνση της Κίνας και η δραματική μείωση της τιμής του πετρελαίου.

Μια προσεκτική ματιά, όμως, στον χάρτη που συνθέτει τις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο, όπου εκπροσωπούνται 33 χώρες και 56 κλάδοι, δείχνει το εξής: Η μεν Αμερική εκπροσωπείται στη λίστα με τον μεγαλύτερο αριθμό εταιρειών (134 στο σύνολο, έξι περισσότερες από το 2015) και με τη μεγαλύτερη διασπορά σε κλάδους (την ώρα που η πρόσφατη προεκλογική ρητορική μιλούσε για οικονομική συρρίκνωση), η δε Κίνα εκπροσωπείται από 103 εταιρείες, που συγκεντρώνονται στην ενέργεια, τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και τις τράπεζες, όταν 10 χρόνια πριν μόλις 19 κινεζικές εταιρείες κατόρθωναν να μπουν στη λίστα…

Στην πραγματικότητα, επομένως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από εκείνη που αποτυπώνουν οι αριθμοί της λίστας ή μας κάνει να πιστεύουμε η κριτική εναντίον της παγκοσμιοποίησης, επειδή θεωρείται ένοχη για την ανεργία και την εισοδηματική ανισότητα.

Φιλοξενούμε στο τεύχος μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση για την παγκοσμιοποίηση, του CEO της General Electric Jeff Immelt, που εξηγεί γιατί οι επιχειρήσεις, κατά τη γνώμη του, μπορούν να εφαρμόσουν τις αλλαγές που απαιτούνται σήμερα, ταχύτερα απ’ ό,τι οι κυβερνήσεις, περιγράφοντας το πώς αλλάζει το τοπίο στην παγκόσμια αγορά, άρα και τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουν οι εταιρείες σε έναν κόσμο βραδύτερης ανάπτυξης, που απειλείται από τον λαϊκισμό και τον προστατευτισμό.

Στην Ελλάδα, το σκηνικό στις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις, βάσει κύκλου εργασιών, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό η επιβολή των capital controls. Υποχώρηση των εσόδων, πτώση της καταναλωτικής δαπάνης και αναστολή των επενδυτικών σχεδίων συνθέτουν τον χάρτη του «μεγάλου επιχειρείν», με την αξιοπιστία της Ελλάδας στην ανεμπόδιστη άσκηση επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας να έχει πληγεί, τις συναλλαγές μεταξύ προμηθευτών και πελατών να πραγματοποιούνται μετ’ εμποδίων και την αρνητική ψυχολογία των καταναλωτών να επηρεάζει όλο το φάσμα του λιανικού εμπορίου. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν κάποιες εταιρείες που συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, παρά τους εξωτερικούς κλυδωνισμούς που για πρώτη φορά αντιμετώπισαν.

Την ευχάριστη αυτή έκπληξη συνθέτουν οι 30 ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην Ελλάδα.

Το 2017, τα πράγματα, δυστυχώς, δεν προοιωνίζονται θετικά για μια άλλη ευρύτατη κατηγορία του ελληνικού επιχειρείν, τις 700.000 περίπου μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, που από 1ης Ιανουαρίου καλούνται να πληρώσουν έως και 80% του εισοδήματός τους στο κράτος, όταν θα τεθεί σε ισχύ ο νόμος Κατρούγκαλου. Ένας νόμος που αυξάνει δραματικά τις ασφαλιστικές εισφορές και έρχεται να δώσει χαριστική βολή στην πραγματική οικονομία. Η ελπίδα, όμως, πεθαίνει τελευταία…

Η Αναστασία Παρετζόγλου είναι διευθύντρια έκδοσης του Fortune στην Ελλάδα.