Στον εισερχόμενο Τουρισμό οι ελπίδες του λιανεμπορίου – Χαμηλές προσδοκίες για ένδυση και εστίαση 

Στον εισερχόμενο Τουρισμό οι ελπίδες του λιανεμπορίου – Χαμηλές προσδοκίες για ένδυση και εστίαση 
Κόσμος κοιτάζει βιτρίνες καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας , Κυριακή 7 Ιουλίου 2018. Ξεκινάνε αύριο οι θερινές εκπτώσεις. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Παντελής Σαίτας Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ακρίβεια και υποχρεώσεις αποθαρρύνουν τους καταναλωτές - Οι πληθωριστικές πιέσεις και η στήριξη του τουρισμού με μειωμένο ΦΠΑ.

Με την ακρίβεια και το μπαράζ υποχρεώσεων να πλήττει την πλειοψηφία πολιτών και επιχειρήσεων στη χώρα οι επαγγελματίες του λιανεμπορίου κρατούν μικρό καλάθι για τα έσοδα της θερινής σεζόν εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στις εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό.

Μεγαλύτερη είναι η ανησυχία στους κλάδους ένδυσης-υπόδησης και εστίασης καθώς, όπως έχουν αναδείξει έρευνες, οι καταναλωτές σπεύδουν να περικόψουν δαπάνες σε διασκέδαση και μη αναγκαία αγαθά για να ανταπεξέλθουν στην κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, ειδικά οι επιχειρηματίες της εστίασης, δεν βλέπουν να προκύπτει σημαντικό όφελος από την παράταση του μειωμένου ΦΠΑ σε μεταφορές, εστίαση και φιλοξενία -μέτρο που θα στοιχίσει περί τα 250 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών, Χρήστο Σταϊκούρα- αν και συμφωνούν ότι πρόκειται για μέτρο που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα του τουρισμού. 

Φορείς της αγοράς εκτιμούν ωστόσο ότι οι Έλληνες καταναλωτές έχουν περιορισμένα περιθώρια για δαπάνες αναψυχής φέτος. Αν και η ακρίβεια δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο επιχειρήσεις και νοικοκυριά στη χώρα επωμίζονται μεγαλύτερα βάρη λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και λόγω των χαμηλότερων εισοδημάτων ενώ η υπερδεκαετής κρίση που προηγήθηκε έχει εξασθενήσει τις αντοχές τους. 

Κυβερνητικά στελέχη έχουν επίσης προειδοποιήσει για κλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων τους επόμενους 1-2 μήνες. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Ελλ.Στατ. τον Απρίλιο συνεχίσττηκε το ράλι των αυξήσεων σε ενεργειακά αγαθά, με αύξηση 122,6% στο φυσικό αέριο, 88,8% στον ηλεκτρισμό, 65% στο πετρέλαιο θέρμανσης, 29% στα καύσιμα και λιπαντικά και 5,3% στα στερεά καύσιμα (5,3%). Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε σε 10,2% τον συγκεκριμένο μήνα αλλά “τρέχει” με μεγαλύτερη ταχύτητα στα είδη διατροφής (10,9%), όπου οι αυξήσεις σε ψωμί και δημητριακά ανήλθαν σε 10%, σε κρέατα 14,1%, σε έλαια και λίπη 22%, γαλακτοκομικά και τα αυγά 11,7% κ.ο.κ..

Ας σημειωθεί επιπλέον ότι το τρέχον διάστημα θεωρείται κρίσιμο μιας και συμπίπτει με προθεσμίες για την τακτοποίηση σειράς υποχρεώσεων. Η εφορία ολοκληρώνει αυτές τις ημέρες τις αποστολές ενημερώσεων για τον ΕΝΦΙΑ, που αρχίζει να εξοφλείται από το τέλος του μήνα ενώ ξεκινούν οι δόσεις για το φόρο εισοδήματος και την επιστροφή των κρατικών δανείων από επαγγελματίες και επιχειρήσεις σε 8 έως 96 μηνιαίες δόσεις και με εκπτώσεις έως 15% για όσους πληρώσουν εφάπαξ.

Η ακρίβεια πλήττει το 52% των καταναλωτών παγκοσμίως

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η ακρίβεια δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, καθώς σύμφωνα με τη διεθνή μελέτη Future Consumer Index της ΕΥ η καταναλωτική εμπιστοσύνη κλονίζεται ευρύτερα, με πάνω από έναν στους δύο καταναλωτές παγκοσμίως (52%) να λέει ότι επηρεάζεται. Στην έρευνα μεταξύ 18.000 καταναλωτών, διαπιστώνεται ότι η άνοδος των τιμών επηρεάζει σημαντικά τόσο τα άτομα με χαμηλό εισόδημα (62%) όσο και τα άτομα με μεσαίο (48%) και υψηλό εισόδημα (42%). Στις αναπτυσσόμενες οικονομίες το 62% των καταναλωτών αναφέρουν ότι η προσιτότητα των τιμών επηρεάζει τις επιλογές τους, σε σύγκριση με το 45% των ερωτηθέντων από τις ανεπτυγμένες αγορές. 

Υπό το πρίσμα των σημαντικών πληθωριστικών πιέσεων στις τιμές και την ανησυχία για νέες παραλλαγές του Covid-19, η έρευνα δείχνει ότι οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να περιορίζουν την καταναλωτική δαπάνη τους, θα στρέφονται σε φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις και θα περιορίζουν τις αγορές μη απαραίτητων αγαθών. 

Ο κλάδος που πλήττεται περισσότερο από αυτή τη συμπεριφορά των καταναλωτών είναι οι εταιρείες ένδυσης-υπόδησης, καλλυντικών, καθώς και οι εταιρείες εστίασης, μπαρ και εστιατόρια. Οι ερωτηθέντες εξάλλου είπαν ότι ξοδεύουν πλέον λιγότερα σε ρούχα (38%), είδη καλλωπισμού και καλλυντικά (35%) και αλκοόλ (30%). Παράλληλα, πολλοί αναζητούν ήδη φθηνότερες εναλλακτικές για φρέσκα (20%) και συσκευασμένα τρόφιμα (19%).

Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, οι επιχειρήσεις παγκοσμίως και στην Ελλάδα, θα πρέπει να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους στις διαφορετικές προσδοκίες των καταναλωτών και να παρακολουθούν προσεκτικά την αγορά, για να εντοπίσουν ή ακόμη και να προβλέψουν τις τάσεις που θα κυριαρχήσουν στο επόμενο διάστημα, όπως σχολίασε μεταξύ άλλων ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων και Λιανεμπορίου της EY στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.