Στουρνάρας: Χειρότερος ο κορωνοϊός από τις οικονομικές κρίσεις του 2008 και του 2010

ΑΠΕ-ΜΠΕ

«Η κοινή νομισματική πολιτική και η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα για να περιοριστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας» τονίζει σε άρθρο του στη Handelsblatt ο Διοικητής της ΤτΕ.

«Βρισκόμαστε σε πόλεμο με έναν τρομερό κοινό εχθρό: τον κορωνοϊό. Έναν εχθρό που απειλεί τη δημόσια υγεία, την κοινωνία, την οικονομία, και ιδίως το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας» γράφει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας σε άρθρο του στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας Handelsblatt. Όπως επισημαίνει «εάν μέρος αυτού του παραγωγικού δυναμικού απαξιωθεί, σε περίπτωση πτωχεύσεων επιχειρήσεων, τότε ένα σοβαρό, αλλά βραχυχρόνιο, οικονομικό πρόβλημα θα εξελιχθεί σε μακροχρόνιο».

Προς το παρόν παραμένει ιδιαίτερα αβέβαιο πώς θα εξελιχθεί η πανδημία και κατά συνέπεια πόσο θα διαρκέσουν τα μέτρα για τον περιορισμό της διασποράς της και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ. Ασφαλείς προβλέψεις δεν μπορούν να γίνουν ακόμη, παρά μόνο εκτιμήσεις βάσει σεναρίων που εξαρτώνται από υποθέσεις. Ένα πράγμα όμως είναι ήδη γνωστό: ότι αυτός ο κλυδωνισμός είναι χειρότερος από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την κρίση δημόσιου χρέους του 2010. Κι αυτό γιατί αποτελεί έναν εξωτερικό, συμμετρικό, κοινό κλυδωνισμό που επηρεάζει ολόκληρο τον πλανήτη, από την πλευρά της ζήτησης, από την πλευρά της προσφοράς (συμπεριλαμβανομένων των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού) και από την πλευρά του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτός ο τριπλός κλυδωνισμός οφείλεται στο ότι οι οικονομίες υπόκεινται στα περιοριστικά μέτρα που έχουν επιβάλει οι κυβερνήσεις με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας. Χωρίς αυτά τα μέτρα, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες στην οικονομία θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες και θα κατέστρεφαν τον πληθυσμό και τον κοινωνικό ιστό. Και κάτι τέτοιο δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συμβεί.

Πρόκειται για έναν τεράστιο συμμετρικό κλυδωνισμό, αλλά με ασύμμετρες συνέπειες, ανάλογα με τις αρχικές συνθήκες κάθε χώρας ως προς τη δημόσια υγεία, καθώς και ως προς το δημόσιο χρέος και το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Για παράδειγμα, θα έχει πολύ διαφορετικό αντίκτυπο σε ένα κράτος-μέλος με αρχικό ποσοστό δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ 60% από ό,τι σε ένα άλλο με αρχικό ποσοστό χρέους 170%. Εάν, κατά μέσο όρο, το ποσοστό χρέους/ΑΕΠ στην ευρωζώνη αυξηθεί κατά 10 έως 40 ποσοστιαίες μονάδες, ανάλογα με το πόσο βαθιά θα είναι η ύφεση το 2020 (αυτές είναι οι τρέχουσες εκτιμήσεις – βλ. μεταξύ άλλων Zsolt Darvas, The Fiscal Consequences of the Pandemic, Bruegel, 30.3.2020), οι επιπτώσεις θα είναι πολύ διαφορετικές στα επιμέρους κράτη-μέλη, ανάλογα με τις αρχικές συνθήκες δημόσιου χρέους του καθενός. Και όταν περάσει η πανδημία, θα μπορούσαν να επανέλθουν στο προσκήνιο ζητήματα βιωσιμότητας του χρέους, τα οποία θα λειτουργούσαν ανασχετικά για τις προοπτικές ανάπτυξης. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο οι διαφορές αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δεν πρέπει να αρχίσουν να αυξάνονται, ιδιαίτερα για τα κράτη-μέλη με ήδη υψηλό λόγο χρέους.

Σχετικά άρθρα