Τί συμβαίνει όταν τα εμβόλια για τον COVID αρχίσουν να χάνουν την αποτελεσματικότητά τους; Το Ηνωμένο Βασίλειο μας προσφέρει ένα οδυνηρό μάθημα

AFP

της Sophie Mellor

Τον περασμένο Δεκέμβριο, το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε η πρώτη χώρα που χορήγησε εμβόλια κατά του COVID-19. Αυτό το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης μοιάζει περισσότερο με μειονέκτημα αυτή τη στιγμή, καθώς η αποτελεσματικότητα αυτής της αρχικής παρτίδας δόσεων φαίνεται να φθίνει και τα κρούσματα αυξάνονται ξανά.

Την Πέμπτη, τα κρούσματα COVID ξεπέρασαν τις 50.000 για πρώτη φορά τους τελευταίους τρεις μήνες και οι θάνατοι έφτασαν τους 115. Σε αυτό το πλαίσιο, οι βρετανοί αξιωματούχοι δημόσιας υγείας προειδοποιούν ότι η ανοσία των εμβολίων έχει αρχίσει να μειώνεται, προβλέποντας ότι η χώρα οδεύει προς έναν ακόμα σκληρό χειμώνα. Τώρα οι γιατροί ζητούν ανοιχτά νέους περιορισμούς για το κοινό. Οι πολιτικοί, εντωμεταξύ, είναι αποφασισμένοι να διατηρήσουν την οικονομία πλήρως ανοιχτή.

Ενθαρρυμένος από την επιτυχία της πρώιμης κυκλοφορίας του εμβολίου, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόρις Τζόνσον είχε εναποθέσει όλη του την ελπίδα σε ένα είδος «τείχους ανοσίας» που θα κρατούσε μακριά τον ιό. Αλλά αντιμέτωπη με την εξαιρετικά μεταδοτική μετάλλαξη Δέλτα, η ανοσία της αγέλης αποδείχθηκε αμφίβολη στην καλύτερη περίπτωση.

Το Ισραήλ, που και εκεί ξεκίνησαν νωρίς τους εμβολιασμούς, άρχισε να προσφέρει ενισχυτικά εμβόλια σε άτομα άνω των 60 ετών από την 1η  Ιουλίου, καθώς ο αριθμός των κρουσμάτων άρχισε να αυξάνεται σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αριθμοί των κρουσμάτων εκεί στη συνέχεια υποχώρησαν και μια μεγαλύτερη κρίση δημόσιας υγείας αποφεύχθηκε – μια περαιτέρω ένδειξη ότι οι ενισχυτικές δόσεις θα είναι μια σημαντική γραμμή άμυνας για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου αυτό το χειμώνα.

Όπως είπε ο οικονομολόγος της Berenberg, Holger Schmieding, σε πρόσφατο σημείωμα για τους επενδυτές, «Η προστασία του εμβολίου γίνεται λιγότερο αποτελεσματική με την πάροδο του χρόνου και οι ενισχυτικές δόσεις μπορούν να κάνουν σημαντική διαφορά».

Αλλά σε αντίθεση με το Ισραήλ, το οποίο έχει αυστηρές πολιτικές για το διαβατήριο εμβολιασμού και τις μάσκες σε δημόσιους χώρους, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει τέτοιους περιορισμούς. Υπολείπεται επίσης στην παροχή ενισχυτικών δόσεων σε ευάλωτους Βρετανούς σε σχέση με την έξαρση των κρουσμάτων. Ο Βρετανικός Ιατρικός Σύλλογος χαρακτήρισε την αδράνεια της κυβέρνησης «απίστευτα ανησυχητική».

Από τις 19 Ιουλίου, δεν υπάρχουν περιορισμοί λόγω COVID-19 για τους Βρετανούς. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωτική η μάσκα στο μετρό, τα σχολεία λειτουργούν ελεύθερα ανεξάρτητα από το καθεστώς εμβολιασμού και υπάρχει απεριόριστη χωρητικότητα σε εστιατόρια, παμπ και νυχτερινά κέντρα.

Αυτό διαφέρει πολύ από αυτό που παρατηρείται στη γειτονική Γαλλία και την Ιταλία, όπου οι εργαζόμενοι πρέπει να επιδείξουν απόδειξη εμβολιασμού ή πρόσφατο αρνητικό τεστ για να εισέλθουν σε έναν χώρο εργασίας, όπως και οι επισκέπτες που επιθυμούν να μπουν σε ένα μπαρ ή εστιατόριο.

Ακόμη και οι οικονομολόγοι στη Berenberg αναρωτιούνται πώς θα εξελιχθεί αυτή η κατάσταση. Η έκθεση είχε τίτλο: «Ακόμα μια έξαρση στο Ηνωμένο Βασίλειο;».