Το νέο τοπίο: O δύσκολος «γάμος» Υγείας και Οικονομίας

Οι προκλήσεις αφορούν πρωτευόντως τον πρωθυπουργό. Αν θα στηριχθεί στη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού, καθιστώντας σαφές ότι η κοινωνική συνοχή είναι για τον ίδιον η προϋπόθεση της ανάπτυξης.

Άρθρο του Πέτρου Ευθυμίου.

Η χαρά του επιστήμονα –καµιά φορά προς δυστυχία των ανθρώπων– είναι όταν οι λέξεις κυριολεκτούν, όταν µια έννοια αποκτήσει το σύνολο των περιεχοµένων της. Ο λόγος που ο κορωνοϊός συγκλόνισε τις ζωές όλων, σε πρωτοφανή κλίµακα, είναι ότι η ανθρωπότητα για πρώτη φορά βιώνει µια πραγµατική πανδηµία, στην κυριολεξία της. Λέγαµε και πριν «πανδηµίες», αλλά επρόκειτο για επιδηµίες που δεν αφορούσαν όλο τον πληθυσµό της Γης. Τώρα, λόγω της παγκοσµιοποίησης, η πανδηµία αφορά, πράγµατι, όλο τον Δήµο, όλες τις χώρες και τους κατοίκους του πλανήτη. Ο COVID-19, ακόµα και εάν δεν βάρυνε εξίσου όλα τα σηµεία του κόσµου µας, επιβαρύνει τους πάντες µε τις επιπτώσεις του.

Είναι ήδη φανερό, καθώς ζούµε µια πρώτη ύφεση, πως η αγωνία στρέφεται προς ένα πιθανό δεύτερο κύµα. Και ώσπου να βρεθούν το εµβόλιο και το αποτελεσµατικό φάρµακο, ο κίνδυνος του κορωνοϊού θα είναι διαρκώς παρών στις ζωές µας. Τίποτα, επίσης, δεν αποκλείει την εµφάνιση παρόµοια επικίνδυνων νέων επιδηµικών ιών στο άµεσο µέλλον. Άρα, το θέµα της Υγείας είναι –ή θα έπρεπε να είναι– η απόλυτη προτεραιότητα για κάθε κράτος και για κάθε διεθνή οργανισµό.

Όλοι ξέρουµε, όµως, ότι δεν έχουν έτσι τα πράγµατα. Ισχυρές κυβερνήσεις, µε κορυφαίο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump, θεωρούν ότι η Οικονοµία προηγείται της αξίας της ζωής. Ισχυροί συνασπισµοί οικονοµικών συµφερόντων, επίσης, επιχειρούν να γείρουν την πλάστιγγα των αποφάσεων προς παρόµοιες κατευθύνσεις. Αρχίζουν σιγά σιγά να εµφανίζονται παντού, σαν δηλητηριώδη µανιτάρια µετά την τοξική βροχή, πολιτικοί, φιλόσοφοι, δηµοσιογράφοι και επιστήµονες που καλούν σε µια «νέα ισορροπία», ανάµεσα στη ζωή και την οικονοµική ζωή. Παρόµοια «γραµµή» έχει η Σουηδία, όπως, εν µέρει, και η Δανία, αλλά συναφείς στοχασµούς δεν παρέλειψε να καταθέσει και ο Wolfgang Schäuble. Η πιο επικίνδυνη πλευρά αυτής της «γραµµής» είναι η επίθεση κατά του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας, µε αποκορύφωµα τη διακοπή της χρηµατοδότησής του από τις ΗΠΑ, µε απόφαση του Προέδρου Trump.

H περίπτωση της Ελλάδας

Σε αυτό το τοπίο αντιθέσεων, η Ελλάδα τοποθετήθηκε στη σωστή µεριά. Και δεν έχει κανέναν λόγο να µεταβάλει τη θέση της. Αντίθετα, η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση, αλλά και τη χρυσή ευκαιρία, να θωρακίσει τον ελληνικό λαό µε τη µεγάλη αλλαγή, την πλήρη µεταρρύθµιση των δοµών Υγείας, αξιοποιώντας τα καλύτερα διεθνή πρότυπα και το σπάνια υψηλά καταρτισµένο ανθρώπινο δυναµικό που διαθέτει η χώρα. Η συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στο Εθνικό Σύστηµα Υγείας (ΕΣΥ), που, φυσικά, είναι κοµβικό σηµείο των πολιτικών υγείας. Ωστόσο, στο νέο τοπίο υγειονοµικών προκλήσεων, κεντρική σηµασία αποκτά ο τοµέας της πρόληψης, µε ισχυρές δοµές Δηµόσιας Υγείας, όπως και ισχυρές δοµές Πρωτοβάθµιας Φροντίδας Υγείας. Χωρίς αυτούς τους δύο πυλώνες, το νοσοκοµειακό σκέλος θα κινείται διαρκώς στα όρια της αντοχής του, ακόµα και χωρίς το φορτίο µιας πανδηµίας.

Η δημόσια υγεία πολλαπλασιαστής της ανάπτυξης

Οι ελλείψεις και τα κενά στον τοµέα της Δηµόσιας Υγείας και της Πρωτοβάθµιας Φροντίδας Υγείας είναι γνωστά και διά γυµνού οφθαλµού αναγνωρίσιµα. Είναι εντυπωσιακό ότι η πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού, σε όλα τα κόµµατα, δείχνει να αγνοεί, διαχρονικά, ότι η Δηµόσια Υγεία και η Πρωτοβάθµια Φροντίδα Υγείας δεν είναι τµήµα του ΕΣΥ, αλλά συνιστούν αυτοτελείς δοµές δηµόσιας υγείας. Η κυβέρνηση, βεβαίως, µπορεί να επικαλεσθεί ότι µόλις προ δύο µηνών ψήφισε τον νόµο για την εγκαθίδρυση δοµών Δηµόσιας Υγείας. Και έχει δίκαιο ως προς αυτό. Αλλά, αν θέλουµε να πάµε πραγµατικά µπροστά, αν θέλουµε να πάµε αλλιώς τη χώρα και τις ζωές µας, πρέπει να τελειώσουµε µε το παραµύθι ότι αντιµετωπίσαµε το πρόβληµα, αφού «έχουµε τον νόµο».

Νόµους έχουµε, πράγµατι, πολλούς, για κάθε θέµα, αλλά νόµους είτε βαριά πρόχειρους, είτε µη εφαρµοζόµενους, είτε αλληλοσυγκρουόµενους και αλληλοαναιρούµενους, ώστε, τελικά, να µην έχουµε σαφές και µετρήσιµο αποτέλεσµα, ποτέ και για τίποτε. Επίσης, διά των νόµων, µπορούµε να ισχυριστούµε τα πάντα για οτιδήποτε. Για παράδειγµα, όταν κάποτε ο πρώτος Έλληνας θα πάει στο Διάστηµα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα µπορεί να ισχυριστεί ότι τον εξαπέστειλε σε τροχιά ο νόµος του, ο οποίος κατέστησε την Ελλάδα διαστηµική δύναµη. Όπως, όµως, δεν είµαστε διαστηµική δύναµη, παρά τον νόµο του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι δεν θωρακίσαµε τη δηµόσια υγεία, παρά τον νόµο της Νέας Δηµοκρατίας.

Υπάρχει ανάγκη για την άµεση οργάνωση ενός ολοκληρωµένου, σύγχρονου συστήµατος, που θα συνδυάζει τις δοµές Δηµόσιας Υγείας (που δεν είναι κοµµάτι του ΕΣΥ, αλλά ιδιαίτερος τοµέας που υποστηρίζει τις πολιτικές πρόληψης και προαγωγής Υγείας), µε την Πρωτοβάθµια Φροντίδα Υγείας (που δεν είναι επίσης τµήµα του ΕΣΥ, αλλά ιδιαίτερος τοµέας), που αφιερώνεται, µε τη σειρά του, στην πρόληψη καιι στην περίθαλψη και φροντίδα.

Στις δοµές της Πρωτοβάθµιας Φροντίδας πρέπει να συναρµοστούν τα Κέντρα Υγείας, τα Δηµοτικά Ιατρεία, ο οικογενειακός γιατρός, αλλά και η οργάνωση της οικογενειακής ιατρικής, σε γόνιµη συνέργεια µε ιδιώτες γιατρούς. Και φυσικά, παράλληλα µε την αρτίωση αυτών των δύο πυλώνων, να προχωρήσει ο ριζικός, ορθολογικός ανασχεδιασµός της νοσοκοµειακής δοµής του ΕΣΥ, ώστε να αναστραφεί πλήρως η σηµερινή παθολογία του. Μόνον σε αυτή την πλήρη δοµή δηµόσιας υγείας θα είµαστε θωρακισµένοι απέναντι σε όλα τα ενδεχόµενα, έχοντας κάθε πολίτης ισότιµη, πλήρη και αξιοπρεπή πρόσβαση στις ποιοτικές υπηρεσίες υγείας που του διασφαλίζει το κράτος του.

Η πρόσφατη, επίκαιρη όσο ποτέ, έρευνα-πρόταση της διαΝΕΟσις, των επτά πανεπιστηµιακών υπό τον συντονισµό του καθηγητή Ιατρικής Γιάννη Τούντα, είναι ένας διαυγής «οδικός χάρτης» των επιβεβληµένων και ώριµων αλλαγών στον τοµέα της Υγείας στη χώρα µας. Καθώς, άλλωστε, αποδεικνύει ότι η Υγεία είναι η προϋπόθεση της ανάπτυξης της Οικονοµίας και, ακόµα περισότερο, ότι ένα λειτουργικό σύστηµα Δηµόσιας Υγείας δεν είναι δηµοσιονοµικό βάρος, αλλά πολλαπλασιαστής της ανάπτυξης.

To στοίχημα της οικονομίας

Ας έλθουµε τώρα στο άλλο σκέλος του δύσκολου ζευγαρώµατος, την Οικονοµία. Ίσως, ποτέ να µη συναγωνίστηκαν τόσο ανοιχτά, νστιτούτα, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισµοί τις καφετζούδες και τους gamblers του Λας Βέγκας στην εκτίµηση της ύφεσης και των επιπτώσεων της πανδηµίας στην Οικονοµία. Είτε επιστηµονική πρόβλεψη κάνεις, είτε ζάρια ρίχνεις, το ίδιο βάρος έχει η απάντηση. Η Γεωργία Βασιλειάδου στα φόρτε της: «Η ύφεση µπορεί να είναι 4,7%, αλλά βλέπω και ένα 7% µε 8%, και πίσω είναι ένα 12%, αλλά στο πλάι βλέπω και ένα 20%. Τι να σου πω, παιδί µου, µπερδεµένα πράγµατα, φτιάξε και µια φανουρόπιτα, καλού κακού!».

Έτσι, µπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο των αντιφατικών προβλέψεων, οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις και τα κόµµατα πάνε τουλάχιστον για τα «σιγουράκια»: την εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής χρηµατοδότησης, το ξέσφιγµα του λουριού του χρέους, τη δηµιουργία θεσµών ενός σταθερού τοπίου πολυµερών εγγυήσεων στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και βλέποντας και κάνοντας…

Προφανώς, η κυβέρνηση οφείλει να είναι ενεργή στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Να συµβάλλει, όσο µπορεί, τόσο για άµεσες, όσο και για µακροπρόθεσµες αποφάσεις της Ε.Ε, που και την κρίση θα επιτρέψουν να αντιµετωπίσουµε από κοινού, και την ανάπτυξη να διευκολύνουµε σε όλες τις χώρες-µέλη. Και, παρά τις δυσκολίες, είναι πιθανό να ανοίξει ο δρόµος για µακρές θετικές εξελίξεις στην Ένωση.

Αλλά, ακόµα και αν έχουµε θετικές εξελίξεις στην Ε.Ε. ή και στην παγκόσµια οικονοµία (εκεί, κυρίως, στην ελάφρυνση του χρέους), υπάρχει πολλή, επείγουσα δουλειά, που χρειάζεται να γίνει στον τοµέα της ελληνικής οικονοµίας, εσωτερικά, µε δικές µας, εθνικές αποφάσεις, ιεραρχήσεις και επιλογές. Γιατί, αν στην Υγεία ασθενήσαµε από τον «εξωγενή», επιδηµικό κορωνοϊό που εξελίχθηκε σε πανδηµία, η ελληνική οικονοµία έχει εγκατεστηµένες, βαριές, ενδηµικές ασθένειες. Γι’ αυτές, τις δικές της ασθένειες, η θεραπεία δεν είναι εισαγόµενη. Είναι ελληνικής ιδιοκτησίας και ευθύνης. Και όπως λάβαµε σκληρές αποφάσεις για την Υγεία και ο ελληνικός λαός κέρδισε σε πρώτη φάση το στοίχηµα, το ίδιο αποφασιστικά είναι η ώρα να κινηθούµε και στην Οικονοµία – και να κερδίσουµε και αυτό το στοίχηµα.

Κάθε σοβαρή συζήτηση για την Οικονοµία ξεκινά από τη διαπίστωση ότι η κρίση είναι η ευκαιρία για να προχωρήσουµε σε µια εξυγιαντική, αναπτυξιακή, παραγωγική αναδιάρθρωσή της, ενισχύοντας τους ανταγωνιστικά παραγωγικούς τοµείς και τους τοµείς αιχµής, που συνδέονται µε τις ανάγκες της Δ’ Βιοµηχανικής Επανάστασης. Αλλά εδώ πρέπει να απαντηθεί ένα πρώτο κρίσιµο ζήτηµα: Η αναδιάρθρωση της ελληνικής Οικονοµίας δεν πρέπει να είναι η παθητική αποδοχή της αποδιάρθρωσης που επέφερε η κρίση, αλλά αποτέλεσµα ζυγισµένων επιλογών µακρού οφέλους. Αρκεί να σκεφθούµε µόνον τον τουρισµό, για να καταφανεί το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η λογική του οικονοµικού δαρβινισµού: «Ας µην ξοδέψουµε για τους νεκρούς, αλλά να ασχοληθούµε µε όσους επέζησαν». Η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστηµα στο σύνολό του πρέπει να τοποθετηθούν καθαρά σ’ αυτή την πρώτη προτεραιότητα των αποφάσεων για τη στρατηγική ανάκαµψης της Οικονοµίας.

Χρειάζεται µια σαφής διάκριση των επιχειρήσεων «ζόµπι», των οποίων η συντριπτική πλειονότητα ήταν σε νεκροφάνεια ήδη προ κρίσης και επιβίωναν συνήθως λόγω των µηχανισµών διαπλοκής, από επιχειρήσεις και τοµείς που δοκιµάζονται µεν λόγω της συγκυρίας βαριά, αλλά διαθέτουν πολλά συγκριτικά πλεονεκτήµατα και αξίζουν κάθε βοήθεια για να ορθοποδήσουν. Τα σωληνάκια από τα χρόνια «ζόµπι» επιβάλλεται να αποσυνδεθούν οριστικά, ενώ, αντίθετα, πρέπει να οργανωθεί γρήγορα και αποτελεσµατικά η ενίσχυση των επιχειρήσεων που δοκιµάζονται συγκυριακά από τις συνέπειες του κορωνοϊού.

Η κοινωνική συνοχή προϋπόθεση της ανάπτυξης

Το δεύτερο θεµελιώδες ζήτηµα που χρειάζεται να απαντηθεί για την επιτυχή έκβαση µιας επιχείρησης παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας είναι η προϋπόθεση της κοινωνικής συνοχής. Όση και αν αποδειχθεί τελικά η ύφεση, η Ελλάδα απειλείται, όσο καµιά άλλη χώρα της Ευρώπης, µε µια θανάσιµη εκτίναξη της ανεργίας το αµέσως επόµενο διάστηµα και για άγνωστο χρόνο.

Η προστασία της εργασίας πρέπει να θεωρηθεί η προϋπόθεση και όχι το τελικό αποτέλεσµα της ανάπτυξης. Οι πρόσφατες αποφάσεις του υπουργείου Εργασίας, για «µισή δουλειά, µισή αµοιβή», δηµιούργησαν βάσιµες υποψίες ότι πρόκειται όχι για ένα έκτακτο µέτρο, αλλά για πρόθεση µακρού καθεστώτος. Θα πρόκειται για κάτι χειρότερο από έγκληµα. Θα είναι το βαρύτερο δυνατό λάθος που θα µπορούσε να κάνει µια κυβέρνηση, να εκµεταλλευτεί δηλαδή την κρίση για να µεταβάλει «στη ζούλα» τις εργασιακές σχέσεις µε τόσο δυσµενή τρόπο. Το ζήτηµα αφορά προσωπικά τον πρωθυπουργό: Σε παρόµοιες συνθήκες κρίσης, εγκαθιδρύεται ή όχι το ηγετικό µέγεθος. Ως σήµερα, η κρίση εξαφάνισε πολιτικά τον Γ.Α. Παπανδρέου, εξοβέλισε τους Σαµαρά-Βενιζέλο, εξαέρωσε, ως πραγµατικό πολιτικό µέγεθος, τον Αλέξη Τσίπρα, µετέβαλε συνολικά, ριζικά, τον πολιτικό χάρτη. Και ακόµα δεν έχει σταθεροποιηθεί, κατ’ ελάχιστον, το πολιτικό σύστηµα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πέρασε µε επιτυχία τη διπλή δοκιµασία της τουρκικής πρόκλησης στον Έβρο και τη διαχείριση της πανδηµίας. Αλλά θα ήταν λάθος να θεωρήσει ότι κατοχύρωσε το βάρος και το κύρος του ηγέτη, που, µε φυσική πειθώ, µπορεί να καλέσει τον κόσµο να διαβούν µαζί την έρηµο των δοκιµασιών, ώσπου να φτάσουµε στη Γη Χαναάν, της ασφάλειας και της ευηµερίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακόµη κρίνεται στην κοινή συνείδηση, ακόµη «ζυγίζεται». Και το πεδίο της δοκιµασίας είναι αυτό: Αν θα σπάσει τις κρατικοδίαιτες ισορροπίες ενός συνασπισµού συµφερόντων που κρατά τη χώρα καθηλωµένη εδώ και δεκαετίες. Αν την ίδια στιγµή θα στηριχθεί στην υγιή επιχειρηµατικότητα, που ειδικά στην περίοδο της κρίσης έδειξε πόσο ρωµαλέα δηµιουργικό και καινοτόµο παραγωγικό δυναµικό διαθέτει η χώρα. Και κυρίως, αν θα στηριχθεί στη µεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού, καθιστώντας σαφές ότι η κοινωνική συνοχή είναι για τον ίδιον η προϋπόθεση της ανάπτυξης. Συγκρουόµενος µε εκείνα τα «ζόµπι» και τους φίλους τους στην κυβέρνηση και στα πρόσφορα προς τούτο µέσα µαζικής ενηµέρωσης, που ψιθυρίζουν στο Μαξίµου και αλλού ότι χωρίς περικοπές στα εργασιακά δικαιώµατα και τις κοινωνικές παροχές δεν «βγαίνει» η Οικονοµία, εννοώντας ότι δεν «βγαίνουν» οι ίδιοι.

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήµατα αφορά κυρίως τον πρωθυπουργό και το πολιτικό σύστηµα στο σύνολό του. Η ελληνική κοινωνία επέδειξε πρόσφατα µια εκπληκτική ωριµότητα. Αν οι επίδοξοι ταγοί αποδειχθούν κατώτεροι του λαού τους, τότε η επόµενη κρίση θα κάνει να µοιάζουν οι πλατείες του 2010-2012 παιδικές χαρές µπροστά σε όσα θα συµβούν. Το αξίζουµε;

* Το άρθρο δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune.

Σχετικά άρθρα