Τουρισμός: Πίεση σε ταξιδιωτικά γραφεία και 30% μείωση στα ταξίδια των Ελλήνων το Πάσχα
- 09/04/2026, 09:00
- SHARE
- Η υψηλή φορολογία (66%), το αυξημένο κόστος (64%) και ο ανταγωνισμός από online πλατφόρμες (49%) αποτελούν τα βασικά εμπόδια για τα ταξιδιωτικά γραφεία, σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ.
- Η ζήτηση για το Πάσχα 2026 καταγράφει πτώση έως -30% στο εσωτερικό και περίπου -25% στο εξωτερικό, δείχνοντας πιο προσεκτική καταναλωτική συμπεριφορά.
- Ο κλάδος εισέρχεται σε φάση επαναπροσδιορισμού, με κρίσιμα ζητήματα τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τη χρηματοδότηση και τη βελτίωση του κανονιστικού πλαισίου.
Σε μια περίοδο όπου ο ελληνικός τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, τα ταξιδιωτικά γραφεία, ο «αφανής» μηχανισμός πίσω από την εμπειρία του επισκέπτη, βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα σύνθετο μείγμα πιέσεων. Από τη μία πλευρά βάλλονται από τις διαρθρωτικές προκλήσεις που καταγράφει η αγορά, ενώ, από την άλλη, κυριαρχεί μία συγκρατημένη καταναλωτική συμπεριφορά που αρχίζει να γίνεται ορατή ακόμη και σε περιόδους αιχμής, όπως το Πάσχα.
Φορολογία, κόστος και ψηφιακός ανταγωνισμός
Η «Έρευνα Επιχειρηματικού Κλίματος στα Ταξιδιωτικά Γραφεία (Μέλη HATTA)» του ΙΝΣΕΤΕ, σε δείγμα 227 ταξιδιωτικών γραφείων πανελλαδικά, αποτυπώνει έναν κλάδο που στηρίζει σε ποσοστό 86% τον εισερχόμενο τουρισμό, ενώ το 35% εξυπηρετεί τον εγχώριο και το 34% τον εξερχόμενο.
Στον πυρήνα των προκλήσεων βρίσκονται τρεις παράγοντες:
- Η «υψηλή φορολογία», που αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο εμπόδιο (66%), με σχεδόν καθολική επίδραση σε πολλές περιφέρειες.
- Το «αυξημένο κόστος», που επηρεάζει το 64% των επιχειρήσεων, αγγίζοντας το 100% στην Πελοπόννησο και το 95% στο Βόρειο Αιγαίο.
- Ο «ανταγωνισμός από online πλατφόρμες», που αφορά το 49% της αγοράς, με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά σε περιφέρειες όπως η Δυτική Μακεδονία και η Δυτική Ελλάδα (80%).
Παράλληλα, η «έλλειψη προσωπικού» επηρεάζει το 41% των επιχειρήσεων, ενώ ζητήματα όπως η «δυσκολία ενσωμάτωσης ψηφιακής τεχνολογίας» (9%) και η «χαμηλή ζήτηση» (11%) εμφανίζονται πιο στοχευμένα, αλλά έντονα σε συγκεκριμένες περιοχές.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αναδεικνύεται σε προϋπόθεση επιβίωσης. Όπως επισημαίνεται στον στρατηγικό οδικό χάρτη ΙΝΣΕΤΕ–Accenture, η μετάβαση στο μοντέλο της «Έξυπνης Επιχείρησης» με νέα συστήματα, ψηφιακούς βοηθούς και πολυκαναλικό marketing κρίνεται κρίσιμη για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας έναντι των online πλατφορμών.
Μικρές επιχειρήσεις, μεγάλες ανάγκες
Το προφίλ του κλάδου παραμένει κατά βάση μικρομεσαίο, γεγονός που εντείνει την ανάγκη για θεσμική και χρηματοδοτική υποστήριξη.
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ:
- 2 στους 3 επιχειρηματίες ζητούν καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, με ποσοστά που φτάνουν το 100% σε περιφέρειες όπως το Βόρειο Αιγαίο, η Θεσσαλία και η Στερεά Ελλάδα.
- Η απλοποίηση του νομοθετικού πλαισίου αποτελεί δεύτερη βασική προτεραιότητα (42%).
- Ακολουθούν η εκπαίδευση προσωπικού (37%), ο ψηφιακός μετασχηματισμός (34%) και οι καμπάνιες ενίσχυσης ζήτησης (31%).
Ο πρόεδρος του ΙΝΣΕΤΕ, Γιώργος Βερνίκος, υπογραμμίζει τη σημασία του κλάδου, σημειώνοντας: «Τα ταξιδιωτικά γραφεία έχουν αποτελέσει στρατηγικό πυλώνα για την ανάπτυξη του τουρισμού στην Ελλάδα. Πίσω από κάθε μικρό ή και μεγάλο ταξιδιωτικό γραφείο υπάρχει μια επιχείρηση που κρατά ζωντανή την επαφή του ταξιδιώτη με την Ελλάδα. Αυτές οι επιχειρήσεις αξίζουν μια στρατηγική που να μιλά τη γλώσσα τους: λιγότερη γραφειοκρατία, πρόσβαση σε κεφάλαια και εργαλεία που τις κάνουν ανταγωνιστικές στην ψηφιακή εποχή».
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίζεται ο πρόεδρος της HATTA, Νίκος Κελαϊδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Η έρευνα ΙΝΣΕΤΕ-HATTA καταγράφει με σαφήνεια μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με ημίμετρα. Τα ελληνικά ταξιδιωτικά γραφεία βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα ασφυκτικό πλαίσιο, όπου η υψηλή φορολογία, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και ο έντονος ανταγωνισμός από τις online πλατφόρμες περιορίζουν σοβαρά τη δυνατότητά τους να αναπτυχθούν και να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς. Κι όμως, πρόκειται για έναν κλάδο που στηρίζει στην πράξη τον εισερχόμενο τουρισμό και συμβάλλει καθοριστικά στην οργάνωση, την αξιοπιστία και την ποιότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος».
Πάσχα 2026: Συγκρατημένη ζήτηση και πιο «ασφαλείς» επιλογές
Την ίδια στιγμή, τα πρώτα στοιχεία για την Πασχαλινή περίοδο του 2026 δείχνουν μια πιο επιφυλακτική ταξιδιωτική συμπεριφορά.
Σύμφωνα με στοιχεία της FedHATTA:
- Η ζήτηση για ταξίδια εσωτερικού καταγράφει πτώση έως και -30% σε σχέση με το Πάσχα του 2025.
- Στα ταξίδια εξωτερικού, η μείωση διαμορφώνεται περίπου στο -25%.
Οι ταξιδιώτες φαίνεται να κινούνται πιο προσεκτικά, επιλέγοντας κυρίως γνωστούς και παραδοσιακούς προορισμούς, όπως η Κέρκυρα, τα Ιωάννινα, η Καστοριά, το Ναύπλιο και η Κρήτη, ενώ στο εξωτερικό στρέφονται προς την Αλσατία, την Ιταλία και τη Νάπολη, αποφεύγοντας τα πολύ μεγάλα αστικά κέντρα.
Σημαντικός παράγοντας είναι και η χρονική συγκυρία. Το γεγονός ότι το Πάσχα πέφτει νωρίς περιορίζει την προσφορά, καθώς αρκετά καταλύματα παραμένουν κλειστά, επηρεάζοντας τη συνολική κινητικότητα.
Παρά τη συγκράτηση, ορισμένες αγορές εμφανίζουν ανθεκτικότητα. Η Αίγυπτος διατηρεί τη δυναμική της, ιδιαίτερα στον θρησκευτικό τουρισμό, ενώ θετικά κινούνται το Μαρόκο, η Τυνησία, η Κύπρος και η Τουρκία – με την Κωνσταντινούπολη να συγκεντρώνει έντονο ενδιαφέρον λόγω των πασχαλινών επισκέψεων στο Πατριαρχείο.
Τιμές και επιλογές
Η αγορά των οργανωμένων ταξιδιών παραμένει ενεργή, με ευρύ φάσμα επιλογών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό, τα προγράμματα ξεκινούν από 120 ευρώ για τριήμερο στο Λουτράκι και φτάνουν έως 930 ευρώ για επταήμερο γύρο Κρήτης. Στο εξωτερικό από την άλλη, οι τιμές κυμαίνονται από 735 έως 1.390 ευρώ για προορισμούς όπως Παρίσι, Σικελία, Μαδρίτη, Πράγα, Κάιρο και Ιορδανία.
Ωστόσο, πίσω από το εύρος των επιλογών διακρίνεται μια σαφής μετατόπιση στη συμπεριφορά: λιγότερη διάθεση για ρίσκο, μεγαλύτερη έμφαση στην αξία και σαφής προτίμηση σε «δοκιμασμένες» εμπειρίες.
Ο ελληνικός τουρισμός σε φάση επαναπροσδιορισμού
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός κλάδου που παραμένει ισχυρός αλλά εισέρχεται σε φάση επαναπροσδιορισμού. Οι πιέσεις σε επίπεδο κόστους και ρυθμιστικού πλαισίου, σε συνδυασμό με τη μεταβαλλόμενη ζήτηση, δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον όπου η ανθεκτικότητα δεν αρκεί.
Το επόμενο στοίχημα για τα ταξιδιωτικά γραφεία, και συνολικά για το ελληνικό τουριστικό οικοσύστημα, θα κριθεί στη δυνατότητα προσαρμογής, από την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού έως την αναβάθμιση του προϊόντος και τη διεύρυνση της αξίας που προσφέρεται στον ταξιδιώτη.
Σε αυτό το νέο τοπίο, η ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητας αναδεικνύεται ως ο κρίσιμος παράγοντας για την επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού.