Τράπεζες: Το stress των προκλήσεων και το γερμανικό μοντέλο

AFP

Ετοιμότητα δηλώνουν οι ελληνικές τράπεζες – Μπροστά σε μεταρρυθμίσεις οι γερμανικές.

Δεν είναι μόνο οι ελληνικές τράπεζες που αντιμετωπίζουν προκλήσεις στην εποχή της πανδημίας, αλλά και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές, ενώ ειδικά στη Γερμανία θα πρέπει να αναμένονται σημαντικές αλλαγές στο τοπίο.

Στην Ελλάδα γίνεται πολλή συζήτηση το τελευταίο διάστημα για το ρόλο των τραπεζών στην αναχρηματοδότηση της οικονομίας, την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Σταθερότητας και την ανάγκη διείσδυσης των χρηματοδοτικών εργαλείων στην πραγματική οικονομία και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η συζήτηση αναπτύσσεται με φόντο τις δημοσιονομικές εξελίξεις και την προβολή των κινδύνων στο μέλλον, σε ένα περιβάλλον πληθωριστικών πιέσεων και αναταραχής στην αγορά ενέργειας. Τα τελευταία είναι ζητήματα διεθνούς εμβέλειας ικανά να επηρεάσουν την πορεία ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας, αν και προς το παρόν επικρατούν μετριοπαθείς εκτιμήσεις για το χρονικό εύρος και την επίπτωση της αναταραχής. Σε αυτές τις συνθήκες ο τραπεζικός τομέας αποτελεί πυλώνα για τη στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών και ειδικά στην Ελλάδα έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες για την εξυγίανσή του.

Υπενθυμίζεται ότι οι ελληνικές τράπεζες πέρασαν με επιτυχία τα stress test και εμφανίζονται ανθεκτικές στην περίπτωση που υποστούν ένα δυνητικό σοκ, την ώρα που μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, όπως η γερμανική Deutsche Bank, εμφανίζουν απογοητευτικές επιδόσεις, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ και της EBA. Ειδικά στη Γερμανία, σύμφωνα με ανάρτηση της πρεσβείας μας στο Βερολίνο, που επικαλείται στοιχεία του Bloomberg, ο τραπεζικός τομέας χρήζει μεταρρυθμίσεων, καθώς αγνοήθηκε για 16 χρόνια από την απερχόμενη Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της καγκελαρίου Angela Merkel.

Η μετατροπή της Γερμανίας από μία οικονομία βασισμένη στους κινητήρες εσωτερικής καύσης σε κάτι κατάλληλο για έναν πιο πράσινο και ψηφιακό κόσμο απαιτεί ένα δυναμικό τραπεζικό τομέα ο οποίος να μπορεί να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στη τεχνολογία και να προσφέρει στους αποταμιευτές καλύτερες επιλογές.

Οι επιχειρήσεις εξαρτώνται περισσότερο από τον τραπεζικό δανεισμό στη Γερμανία από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Οι Γερμανικές τράπεζες είναι από τις λιγότερο κερδοφόρες στην Ευρώπη με τις πιο «λεπτές» κεφαλαιακές βάσεις. Απορροφούν περισσότερα χρήματα αποταμιεύσεων από ό,τι οι τράπεζες αλλού, ενώ προσφέρουν χαμηλές αποδόσεις και αφήνουν λιγότερη χρηματοδότηση διαθέσιμη ώστε επιχειρήσεις να αναπτυχθούν μέσω μετοχών, ομολόγων ή «Venture Capital Funds». Δεν είναι επίσης αρκετά ισχυρές προκειμένου αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό εντός της Ευρώπης. Υπάρχουν πάντως προσδοκίες από τις προσπάθειες δημιουργίας μιας ενιαίας αγοράς για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Μέχρι να συμβεί όμως αυτό, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θα έχει ισχυρές και διεθνώς ελκυστικές κεφαλαιαγορές προκειμένου αντικαταστήσει το Ηνωμένο Βασίλειο ως το κύριο χρηματοοικονομικό κέντρο της Ηπείρου.

Η μεταρρύθμιση στη Γερμανία, εκτιμάται ότι πρέπει να αρχίσει με συγκέντρωση του κλάδου, ειδικά σε επίπεδο μικρών, τοπικών ταμιευτηρίων. Πρέπει επίσης να επιδιώξει τη μείωση του κόστους σε ολόκληρο το κλάδο, περικόπτοντας προσωπικό και υποκαταστήματα και τερματίζοντας την επιρροή πολιτικών παραγόντων στις μικρότερες τράπεζες.

Άλλες ευρωπαϊκές αγορές έχουν δυσλειτουργικά τραπεζικά συστήματα, ωστόσο ακόμη και η Ιταλία επιδιώκει μια μεγάλη αναδιάρθρωση προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των επισφαλών δανείων της. Η Γερμανία είναι η λιγότερο μεταρρυθμισμένη αγορά στην Ευρώπη, ενώ η χώρα διαθέτει πολλές μικρές τράπεζες οι οποίες υποστηρίζονται από το κράτος. Συλλογικά οι τράπεζες αυτές είναι σχεδόν τόσο μεγάλες όσο η μεγαλύτερη τράπεζα της Ευρώπης η «BNP Paribas» της Γαλλίας.

Επίσης, περίπου το 40% των αποταμιεύσεων βρίσκονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς (έναντι 13% στις ΗΠΑ, όπου οι περισσότερες αποταμιεύσεις είναι σε συνταξιοδοτικά και επενδυτικά funds). Αυτό εξηγεί γιατί η Γερμανία διαθέτει τόσο μικρές δεξαμενές μακροπρόθεσμων κεφαλαίων για να επενδύει σε επιχειρήσεις μέσω των αγορών. Ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προγράμματα και άλλα αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία στη Γερμανία αξίζουν μόλις 1,3 φορές το ΑΕΠ έναντι 2,6 στο Ηνωμένο Βασίλειο και 4,7 στις ΗΠΑ.

Όσο για την Ελλάδα, ο μη χρηματοοικονομικός πλούτος έχει το ενδιαφέρον καθώς προσεγγίζει το 70% του συνολικού πλούτου της χώρας, λόγω του ειδικού βάρους που έχει η ακίνητη περιουσία για τη μέση ελληνική οικογένεια. Ειδικά το 2020, εν μέσω πανδημίας, σύμφωνα με μελέτη της Credit Suisse η αξία διαθεσίμων και ακινήτων μετά την αφαίρεση του ιδιωτικού χρέους έφτασε τα 900 δισ. δολ.. Επίσης, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία (ΤτΕ, ΙΟΒΕ) οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων ξεπερνούν τα 170 δισ. ευρώ.