Βασικός μοχλός αειφόρου ανάπτυξης η έρευνα στις εταιρείες

Η ανάπτυξη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν κατορθώσουν οι εταιρείες να προωθήσουν προϊόντα με συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Με τον όρο R&D, συχνά εννοούμε την έρευνα που πραγματοποιείται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα. Σίγουρα είναι σημαντικό το έργο των ερευνητών σε αυτούς τους φορείς, αλλά το αποτέλεσμα της εργασίας τους χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών ετών, ώστε να μετουσιωθεί σε προϊόν ή υπηρεσία που μπορεί να συμβάλει στην οικονομική δραστηριότητα.

Καθοριστικά, λοιπόν, είναι τα κονδύλια που επενδύονται από τις επιχειρήσεις σε έρευνες βελτίωσης των υφιστάμενων παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών τους ή στην έρευνα για την παραγωγή νέων, καινοτόμων αγαθών. Ιδιαίτερα σε οικονομίες που υστερούν σε εξωστρέφεια και σε ρυθμούς ανάπτυξης, η έρευνα για την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας είναι μονόδρομος για την ανάπτυξη αλλά και τη μείωση της ανεργίας. Οι επενδύσεις που κατευθύνονται στην έρευνα αφορούν τη συντριπτική τους πλειονότητα αμοιβές προσωπικού κυρίως νέων σε ηλικία.

Σύμφωνα με επεξεργασμένα στοιχεία από τη βάση της εταιρείας ερευνών Infobank-Hellastat, σε 30.000 περίπου εταιρείες με έδρα στην ελληνική επικράτεια, από όλους τους κλάδους, πλην των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 500.000 ευρώ, η μέση επένδυση ανά εταιρεία σε R&D αντιπροσώπευε μόλις το 2,7% επί των ετήσιων λειτουργικών δαπανών για το 2009, δηλαδή λίγο πριν από την έναρξη της κρίσης. Το ποσοστό κατρακύλησε στο 1,1% στο μέσον της κρίσης το 2011, ενώ το 2012 τα κονδύλια που κατευθύνθηκαν προς την έρευνα από τις επιχειρήσεις, έπεσαν στο απελπιστικό ποσοστό του 0,5% επί του συνόλου των ετήσιων λειτουργικών εξόδων ανά εταιρεία.

Οι εταιρείες στη φάση της κρίσης, για να αντιμετωπίσουν τη δεινή χρηματοοικονομική κατάστασή τους, περιόρισαν, σχεδόν μηδένισαν, τις ήδη πενιχρές δαπάνες για έρευνα, θεωρώντας ότι αυτά τα κονδύλια «περισσεύουν».

Αντικίνητρο υπήρξε και η διαχρονική «εφευρετικότητα» των ελληνικών κυβερνήσεων, βάσει της οποίας στην πλειονότητα των επιχορηγούμενων προγραμμάτων από την Ε.Ε. τα οποία αφορούσαν κονδύλια για έρευνα δεν συμπεριλαμβανόταν το κόστος μισθοδοσίας για υφιστάμενο ή νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό! Είναι σημαντικό να αναφερθεί, επίσης, η διαχρονικά ολοκληρωτική απροθυμία (και όχι μόνον αδυναμία) του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει ερευνητικά προγράμματα για προϊόντα και υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας.

Η απαξίωση της έρευνας συνέβαλε στην αύξηση της ανεργίας στις ηλικίες 25-35, η οποία έφτασε στο 65%, είτε γιατί οι νέοι ήταν αναλώσιμοι και φθηνοί στις απολύσεις είτε γιατί δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να μετουσιώσουν τη φρέσκια γνώση των μεταπτυχιακών τους και τη δίψα για παραγωγικότητα σε προϊόντα και υπηρεσίες με συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Πρέπει να γίνει επιτέλους κατανοητό ότι όσα χρήματα και αν έρθουν στην ελληνική οικονομία από τα διάφορα προγράμματα στήριξης, με ή χωρίς μνημόνιο, η ανάπτυξη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν κατορθώσουν οι εταιρείες στην Ελλάδα, και ειδικά οι επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, να προωθήσουν προϊόντα με συγκριτικά πλεονεκτήματα – κυρίως στη μεταποίηση.

Στην εποχή της κρίσης, πρέπει να θεσμοθετηθούν ριζοσπαστικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις, ώστε να προωθήσουν την έρευνα παρά την χρηματοοικονομική ανέχειά τους.

Η έρευνα είναι βασικός μοχλός αειφόρου ανάπτυξης και συνδράμει άμεσα στην καταπολέμηση της ανεργίας των νέων, δημιουργώντας θέσεις εργασίας σε εδραιωμένες επιχειρήσεις και κίνητρα για την ίδρυση νέων επιχειρηματικών οντοτήτων.

Σε άλλες χώρες, όπως στο Ισραήλ, σε περιόδους κρίσης θεσπίστηκαν νόμοι βάσει των οποίων τα κονδύλια της έρευνας, με την παράλληλη δημιουργία θέσεων εργασίας, προσφέρουν σημαντικές φοροαπαλλαγές προς τις επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα;

* Ο Πάνος Μιχαλόπουλος είναι συνιδρυτής και πρόεδρος των εταιρειών HELLASTAT A.E., ARK-ANALYTICS AG, HELAEA ΕΠΕ και ειδικός συνεργάτης του Fortune.

Σχετικά άρθρα