Βρετανικές μετρήσεις στα δίκτυα 5G- Πολύ κάτω από τα ανώτατα επιτρεπτά όρια ακτινοβολίας

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι πρώτοι έλεγχοι σε σταθμούς δικτύων 5G στη Βρετανία, έδειξαν ότι τα επίπεδα ακτινοβολίας αντιστοιχούν σε απειροελάχιστα κλάσματα των ανώτατων επιτρεπτών ορίων.

Πολύ μεγάλη είναι η συζήτηση γύρω από το εάν είναι επικίνδυνη ή όχι η ακτινοβολία από τα δίκτυα 5G.

H Ofcom, η Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών της Μεγάλης Βρετανίας δημοσίευσε τα αποτελέσματα από τη μέτρηση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που προκύπτει από τη χρήση των δικτύων 5ης γενιάς σε 16 από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα σημεία κάλυψης του 5G στην Αγγλία. Τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά για όσους υποστηρίζουν σθεναρά την καθολική εγκατάσταση του 5G και αρκούντως αποθαρρυντικά για όσους πιστεύουν ότι υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία από τη διάδοση του 5G στις σύγχρονες πόλεις.

Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι η ακτινοβολία κινείται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα που συνιστούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Μάλιστα, τα αριθμητικά δεδομένα δείχνουν ακτινοβολία της τάξης του 1,5% σε σχέση με τα ποσοστά που θεωρούνται επικίνδυνα από τους διεθνούς φορείς. Είναι σημαντικό να βλέπουν το φως της δημοσιότητας τέτοιες έρευνες, καθώς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρείται μία ανησυχητική στροφή μεγάλης μερίδας πολιτών εναντίον του 5G.

Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα είναι εκείνο της Ελβετίας, μίας από τις πρωτοπόρες χώρες στη δημιουργία δικτύων 5G, η οποία έφτασε σε σημείο να σταματήσει τις διαδικασίες υιοθέτησης του 5G, εξαιτίας των έντονων διαμαρτυριών μερίδας του κοινού που θεωρούσε ότι υπάρχουν κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία από την ακτινοβολία των δικτύων 5ης γενιάς. Περιττό να αναφερθεί ότι και στη χώρα μας υπάρχουν τέτοιες ανησυχίες, όπως έχουν εκφραστεί στο Δήμο Καλαμάτας, με αποτέλεσμα να σταματήσει εκεί η πιλοτική εφαρμογή του 5G στο κέντρο της πόλης.

Οι διαμαρτυρίες κινούνται γύρω από την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου, τις ενδεχόμενες αλλαγές στο DNA, την εμφάνιση νευρολογικών βλαβών, ακόμα και τα συμπτώματα μίας κατάστασης που ονομάζεται ως «ηλεκτρομαγνητική υπερευαισθησία» και οδηγεί σε προβλήματα στον ύπνο, την έλλειψη ενέργειας, προσοχής και πονοκεφάλους, χωρίς, όμως, να μπορεί να υποστηριχτεί κάτι τέτοιο από αδιάσειστα επιστημονικά δεδομένα.