Ζυμαρικά αξίας … 21 δισ. δολαρίων

pixabay.com

Οι εκτιμήσεις για αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης, οι προοπτικές των εξαγωγών και το ελληνικό μακαρόνι.

Οι Έλληνες λατρεύουν τα ζυμαρικά σε όλες τις εκφάνσεις τους, με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και τρόπους μαγειρέματος. Όμως τα ζυμαρικά έχουν οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα εύγευστο αγαθό, χορταστικό, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος αγοράς που μπορεί εύκολα να γεμίσει το οικογενειακό τραπέζι.

Η παγκόσμια διείσδυση του του ζυμαρικού είναι εντυπωσιακή, αν αναλογιστεί κανείς ότι η αξία της εν λόγω αγοράς άγγιξε το 2020 τα 21,8 δις δολάρια, με τον όμιλο IMARC να προσβλέπει σε περεταίρω άνοδο της στα 24,7 δις δολάρια έως το 2026.

Με δεδομένο ότι γεωγραφικά η Ευρώπη κατέχει ηγετική θέση στην αγορά λόγω της μεγάλης ζήτησης για βιολογικές και πιο υγιεινές παραλλαγές ζυμαρικών, δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για τις ελληνικές εταιρείες του κλάδου που έχουν εξωστρεφή προσανατολισμό και καινοτόμα ματιά, ώστε να διευρύνουν το πελατολόγιό τους. Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται, το μακαρόνι αποτελεί μια νόστιμη και συνάμα οικονομική λύση και η είσοδος νέων παικτών στην παγκόσμια αγορά είναι μονόδρομος!

12 Kg μακαρόνια τρώει ο Έλληνας κάθε χρόνο

Στη χώρα μας ο κλάδος χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση, καθώς σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Infobank, το 2019 Barilla Hellas, Μέλισσα Κίκιζας, Εurimac και ΗΛΙΟΣ καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς και ο συνολικός τζίρος του κλάδου άγγιζε τα 180 εκατ. ευρώ.

Στην ελληνική αγορά διοχετεύονται ετησίως 150.000 τόνοι ζυμαρικών με την κατά κεφαλήν κατανάλωση να ανέρχεται σε 12 kg, ενώ στην γειτονική Ιταλία, από τα 32 kg έχει προχωρήσει πλέον στα 24kg με 25 kg, στοιχείο που υπογραμμίζει, ότι ακόμη και η Νο1 παραγωγός εταιρεία ζυμαρικών στον κόσμο – με ετήσια παραγωγή που αγγίζει τα 1,4 δις τόνους – αναζητά διέξοδο σε νέες αγορές.

Μπορεί το ελληνικό μακαρόνι να κερδίσει μερίδιο από την παγκόσμια πίτα; Και αν ναι, γιατί οι εξαγωγές παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και τι προοπτικές υπάρχουν;

Για τον Πρόεδρο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Βιομηχανίων Ζυμαρικών (ΣΕΒΖΥΜ) & Αντιπρόεδρο του Ελληνικού Συνδέσμου Βιομηχανίων Επώνυμων Προϊόντων (ΕΣΒΕΠ), κ. Γιώργο Σπηλιόπουλο, η Βιομηχανία Ζυμαρικών στην Ελλάδα έχει εγκατεστημένο ανθρώπινο δυναμικό, 1,5 με 2 φορές  μεγαλύτερο από τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς. Όπερ σημαίνει ότι η έξοδος στις αγορές του εξωτερικού είναι μονόδρομος καθώς η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να απορροφήσει επαρκώς την παραγόμενη ποσότητα.

Φωτ. Προσωπικού Αρχείου

«Δυστυχώς οι Έλληνες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο προχωρούν σε εξαγωγές κατά περίπτωση. Η εξαγωγική διαδικασία θεωρείται επικουρική και αυτή η  στρατηγική είναι λάθος. Το ελληνικό ζυμαρικό έχει τα δικά του χαρακτηριστικά που το κάνουν να ξεχωρίζει. Απέναντι στην al dente κουλτούρα των Ιταλών η Ελλάδα παρουσιάζει ένα πιο ελαστικό ζυμαρικό. Μπορεί να υιοθετήσαμε τις νέες τεχνολογίες στην παραγωγή, αλλά διατηρήσαμε την συγγένεια μας με το παρελθόν, βλ. για παράδειγμα τις χυλοπίτες» λέει στο fortunegreece.com ο κ. Σπηλιόπουλος.

Διευκρινίζει πως οι αγορές που είναι εξοικειωμένες με τα ελληνικά ζυμαρικά είναι κυρίως τα Βαλκάνια, κυρίως χώρες, όπως η Σερβία, η Αλβανία, η Βουλγαρία και η Κύπρος όπως επίσης η ελληνική ομογένεια που ζει στην Αμερική και την Γερμανία και διψά για Made in Greece προϊόντα.

«Επιβάλλεται προσεκτική έρευνα αγοράς για να καταλάβεις που μπορείς να πουλήσεις ένα τέτοιο προϊόν. Οι εξαγωγές είναι ακριβό σπορ γιατί το συγκεκριμένο προϊόν δεν αφήνει μεγάλο περιθώριο κέρδους».

Την ίδια ώρα, όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του ΣΕΒΖΥΜ, έδαφος κερδίζουν τα ολικής αλέσεως μακαρόνια, τα οποία είναι πλουσιότερα, τόσο στην αίσθηση που δημιουργούν, όσο και στην γεύση, ενώ μπορούν να τα απολαύσουν άφοβα οι διαβητικοί καθώς είναι χαμηλός ο γλυκαιμικός δείκτης.

«Αναμφίβολα έχει υπάρξει μία αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών παγκοσμίως. Στην Ελλάδα τη δεκαετία του ‘70 αναπτύχθηκαν με ταχύτατο ρυθμό τα μακαρόνια, καθώς εκείνη την περίοδο είχαν γίνει πολλές επενδύσεις σε σκληρό σιτάρι. Τότε είχαμε 12 εταιρείες ζυμαρικών και πλέον έχουν μείνει 4 μεγάλες, εκ των οποίων 2 ελληνικών συμφερόντων. Παρατηρούμε ότι έχει διπλασιαστεί η τιμή της πρώτης ύλης και εκτιμώ ότι θα δούμε αρκετές ελλείψεις στην αγορά» καταλήγει.

Η Ιταλία παραμένει η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα στον κόσμο, ενώ όλες οι βιομηχανίες ζυμαρικών λαμβάνουν πρώτες ύλες από τον Καναδά, την Αμερική, την Ελλάδα, τη Γαλλία και την Ισπανία.

Στην παγκόσμια αγορά υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι ζυμαρικών, τα αποξηραμένα, τα φρέσκα και τα κονσερβοποιημένα, με την πρώτη κατηγορία να έχει ισχυρό προβάδισμα, δεδομένου ότι είναι πιο βολικό για τον καταναλωτή να αγοράσει ένα προϊόν με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που μπορεί να το αποθηκεύσει.

Τέλος, σε ξεχωριστή έρευνα της Statista.com  που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2021, σε επίπεδο εσόδων η Κίνα βρίσκεται στην πρώτη θέση με 24,9 εκατ, δολάρια, τη δεύτερη καταλαμβάνει η Ινδία με 11,8 εκατ. δολάρια και ακολουθούν οι ΗΠΑ (8,9εκατ. δολάρια), η Βραζιλία (6,3 εκατ. δολάρια) και η Ιαπωνία, 6,16 εκατ. δολάρια.