Η πολιτική της Δανίας για τους πρόσφυγες «αγκάθι» για την Ευρώπη

Η πολιτική της Δανίας για τους πρόσφυγες «αγκάθι» για την Ευρώπη
ΕΙΔΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΣ ΣΥΝΟΡΑ

Το Κοινοβούλιο της Δανίας αποφάσισε να κατάσχονται τα περιουσιακά στοιχεία και τα τιμαλφή των ανθρώπων που κάνουν αίτηση για άσυλο στη Δανία.

της Σούζαν Μάρτιν*

Υποτίθεται ότι τα έσοδα απ’ αυτό το μέτρο θα καλύπτουν το κόστος της επεξεργασίας των αιτήσεων και θα βοηθούν τους μελλοντικούς πρόσφυγες κατά τη διάρκεια της αναμονής. Όμως, η νομοθεσία αυτή μοιάζει πολύ με την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των Εβραίων από τη Ναζιστική Γερμανία.

Η πραγματική πρόθεση της νέας νομοθεσίας είναι η αποτροπή – η παροχή, δηλαδή, ενός εχθρικού περιβάλλοντος ώστε να πειστούν οι αιτούντες άσυλο να αναζητήσουν αλλού ασφάλεια. Και έρχεται να προστεθεί σε άλλα μέτρα που έχουν ήδη υιοθετηθεί απ’ τη Δανία για την αποτροπή εισόδου Μουσουλμάνων προσφύγων και μεταναστών, όπως π.χ. η απόφαση μιας κοινότητας να προσφέρονται υποχρεωτικά σε όλα τα σχολεία γεύματα με χοιρινό.

Και βέβαια, όλη αυτή η κατάσταση ασκεί πίεση σε άλλες χώρες με πιο ανοιχτές πολιτικές. Οι Σουηδοί έχουν ήδη πει ότι αναμένουν πως θα απορρίψουν τις μισές απ’ τις 160.000 αιτήσεις που έλαβαν το 2015. Και στη Φιλανδία, μια αντι-μεταναστατευτική ομάδα περιπολεί στο Τάμπερε για να «προστατέψει» τους πολίτες από τους αιτούντες άσυλο. Αν όλες οι χώρες ακολουθήσουν αυτό το δρόμο, το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό για τους πρόσφυγες.

Η αποτυχία της Δανίας να μοιραστεί την ευθύνη για τους πρόσφυγες όχι μόνο προκαλεί βλάβη σε όσους αναζητούν άσυλο στην Ευρώπη, αλλά και απειλεί τη βιωσιμότητα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προσπάθεια οικοδόμησης μιας ενωμένης Ευρώπης ξεκίνησε μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντί να διακινδυνέψουν άλλον έναν πόλεμο, η Γερμανία, η Γαλλία και οι χώρες της Benelux επεδίωξαν να συνδέσουν τις οικονομίες τους και να μετατραπούν από πρώην εχθροί σε συνέταιροι. Θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η ελευθερία κίνησης μεταξύ των κρατών-μελών.

Η συμφωνία της Σένγκεν έχει ανοίξει τα σύνορα εντός της ΕΕ, εναρμονίζοντας παράλληλα τους συνοριακούς ελέγχους με χώρες εκτός ΕΕ. Όμως, η εισροή αιτούντων άσυλο μαζί με την απροθυμία κάποιων κρατών-μελών να μοιραστούν το βάρος οδηγεί στην επαναφορά συνοριακών ελέγχων εντός της Ένωσης.

Οι ανησυχίες γύρω απ’ την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική επίδραση μεγάλου αριθμού αιτούντων άσυλο πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όμως, η αποτροπή, όπως π.χ. υιοθετείται απ’ τη Δανία, δεν είναι η απάντηση στο πρόβλημα. Η απάντηση πρέπει να είναι διττή.

Πρώτον, πρέπει να στηθούν αποτελεσματικοί και έγκαιροι μηχανισμοί διάκρισης μεταξύ ατόμων των οποίων απειλείται η ζωή τους αν επιστρέψουν στη χώρα τους και εκείνων που αναζητούν μοναχά οικονομικές ευκαιρίες. Πρέπει να προσφέρεται ασφάλεια σε όσους απειλούνται, και ανθρώπινη αλλά και αποτελεσματική επιστροφή όσων δεν απειλούνται στις χώρες τους. Τέτοια προγράμματα ωφελούν τους πρόσφυγες ενώ παράλληλα επιτρέπουν τον επαναπατρισμό όσων δεν χρήζουν προστασίας.

Δεύτερον, πρέπει να προσφέρετε διέξοδος σε εκείνους που θα λάβουν την ιδιότητα του πρόσφυγα ώστε να γίνουν οικονομικά αυτόνομοι όσο το δυνατόν συντομότερα. Η οικονομική αυτονομία είναι ο ρητός στόχος του προσφυγικού προγράμματος των ΗΠΑ. Η μεγάλη πλειοψηφία των προσφύγων δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά μόνο τη δυνατότητα να εργαστούν, να βιοποριστούν και να προσφέρουν στη χώρα που τους φιλοξενεί. Με τους χαμηλούς δείκτες γεννητικότητας που τις χαρακτηρίζουν, οι ευρωπαϊκές χώρες είναι αντιμέτωπες με έλλειψη εργατικών χεριών. Η παροχή βοήθειας προς τους πρόσφυγες ώστε να εισέλθουν το συντομότερο δυνατόν στην αγορά εργασίας θα βοηθήσει την ευρωπαϊκή οικονομία. Παράλληλα, θα αποτρέψει ένα μέρος της ριζοσπαστικοποίησης που συνδέεται με υψηλά επίπεδα ανεργίας. Εξάλλου, οι δεξιότητες που θα αναπτύξουν στην Ευρώπη θα φανούν χρήσιμες σε όσους επιστρέψουν στις χώρες τους, ώστε να συμβάλλουν στην ανοικοδόμησή τους.

* Η Σούζαν Μάρτιν είναι Καθηγήτρια Διεθνούς Μετανάστευσης στο Πανεπιστήμιο Georgetown.